Παρασκευή, 10 Σεπτεμβρίου 2010

Η μάχη του Μαραθώνα όπως επιβίωσε στην δημοτική μας παράδοση και στους Αγωνιστές του 1821

Ὁ πόλεμος τοῦ Μαραθῶνα

(Μαραθών)

Μιὰ φορὰ ᾿ς τὸν καιρὸ τῶν Ἑλλήνων ἦρθαν πολλαῖς φούσταις ᾿ς αὐτὸν τὸν κάμπο. Οἱ Ἀθηναῖοι, ποὺ εἶχαν τὸ στρατό τους πάνω ᾿ς τῆς Γριᾶς τὸ μανδρί, ἔπεσαν κατὰ πάνω τους καὶ τόσο πολλοὺς

ἐσκότωσαν, ποὺ ἐκοκκίνησε ἀπὸ τὸ αἷμα τὸ ποτάμι.

Ὁ πεζοδρόμος τοῦ Μαραθῶνα

(Ἀττική)

᾿Σ τὸν κάμπο τοῦ Μαραθῶνα ἔγινε μιὰ φορὰ μεγάλη μάχη. Τοῦρκοι πολλοὶ μὲ ἄρμενα πολλὰ ἦρθαν νὰ σκλαβώσουν τὴ χώρα καὶ ἀπ᾿ ἐκεῖ νὰ περάσουν ᾿ς τὴν Ἀθήνα. Δὲν ἐπῆγαν γραμμὴ ᾿ς τὴν Ἀθήνα, γιατὶ οἱ Ἕλληνες ἐφύλαγαν μὲ πολλὰ πλεούμενα καὶ τρικάταρτα τὸν Πειραιᾶ. Ἐσυνάχτηκαν ἀπ᾿ ὅλα περίγυρα τὰ χωριὰ καὶ ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, κ᾿ ἔπιασαν πόλεμο φριχτό. Ἂν τοὺς νικήσουμε, σοῦ λέγει, ἐδῶ, πάει, τοὺς σπάσαμε· δὲ θὰ ἰδοῦν τὴ στράτα νὰ φύγουν.



Ἐπολέμησαν ἀπὸ τὴν αὐγὴ ἕως τὸ βράδυ. Ἀπελπισμένοι ἐπολέμησαν οἱ ἐχτροί, ἀλλὰ πλέον ἀπελπισμένοι ἐπολέμησαν οἱ Ἕλληνες. Τὸ αἷμα ἐπῆγε ποτάμι· ἔφτασεν ἕως τὰ ῥιζὰ τοῦ Βρανᾶ καὶ ἕως τὸ Μαραθῶνα ἀντίκρυ. Ἔσυρεν ὣς τὴ θάλασσα κ᾿ ἔβαψε κατακόκκινα τὰ κύματα. Θρῆνος καὶ κακὸ ἔγινε. Τέλος ἐνίκησαν οἱ Ἕλληνες. Οἱ Τοῦρκοι ἔτρεξαν νὰ γλυτώσουν ᾿ς τὰ καράβια. Οἱ Ἕλληνες τοὺς ἐκυνήγησαν κ᾿ ἐκεῖ, τοὺς κατάσφαξαν, κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἐχτροὺς δὲν ἐγύρισε πίσω.



'Νενικήκαμεν' ψιθυρίζει ο Φειδιππίδης θνήσκων, έχοντας κομίσει το χαρμόσυνο μήνυμα.
Ἔτρεξαν τότε δύο νὰ φέρουν τὴν εἴδηση ᾿ς τὴν Ἀθήνα. Ὁ ἕνας ἔτρεξε καβαλλάρης, ὁ ἄλλος πεζὸς κι᾿ ἀρματωμένος. Ὁ καβαλλάρης ἐπῆγεν ἀπὸ τὸ Χαλάντρι· ὁ πεζὸς ἔπιασε τὴ Σταμάτα. Φτεροπόδαρος ἀνέβηκε τὸν Ἀφορεσμὸ καὶ κατέβηκε ᾿ς τὸ χωριό. Καθὼς τὸν εἶδαν οἱ γυναῖκες ἔτρεξαν κοντά του· «Σταμάτα, τοῦ φώναζαν, σταμάτα!» Ἤθελαν νὰ τὸν ἐρωτήσουν τὶ ἀπόγινε ἡ μάχη. Ἐστάθηκε μιὰ στιγμὴ νὰ πάρῃ φύσημα, κ᾿ ἔπειτα, πάλι δρόμο. Τέλος φτάνει ᾿ς τὸ Ψυχικό· ἐκεῖ ἐπῆγε νὰ ξεψυχήσῃ, πιάστηκε ἡ ἀναπνοή του, τὰ πόδια του ἔτρεμαν, τώρα ἔλεγε νὰ πέσῃ. Ἀντρειεύεται τότε καὶ παίρνει βαθυὸ ἀνασασμό, καὶ μιὰ καὶ δύο, ἔφτασε τἐλος ᾿ς τὴν Ἀθήνα. «Ἐνικήσαμε!» εἶπε, κ᾿ ἔπεσε εὐτὺς κ᾿ ἐξεψύχησε. Ὁ καβαλλάρης ταχυδρόμος ἀκόμα δὲν ἐφάνηκε!



Ἐκεῖ ὅμως ποὺ σταμάτησε ὁ πεζοδρόμος κ᾿ ἐκεῖ ποὺ πῆρε ἀνάσα, ἄφησε τ᾿ ὄνομα τοῦ καμώματός του. Τὸ πρῶτο χωριὸ τ᾿ ὠνόμασαν Σταμάτα, τὸ δεύτερο Ψυχικό.

Ὁ κάμπος τοῦ Μαραθῶνα

(Σοῦλι καὶ Βρανᾶ τοῦ δήμου Μαραθῶνος)

᾿Σ τὸν κάμπο τοῦ Μαραθῶνα ἀκούγονται πολλαῖς φοραῖς τὴ νύχτα φωναῖς λυπητεραῖς, σὰ γυναικῶν ποὺ νὰ τοῖς βασανίζουν. Ὅσο κοντοζυγώνεις ᾿ς τὸ μέρος ποὺ ἀκούγονται οἱ φωναῖς, τόσο αὐταῖς ἀλαργεύουν.



(Νικολάου Πολίτου, «Μελέται περὶ τοῦ βίου καὶ τῆς γλώσσης τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Παραδόσεις Α'», Ἀθῆναι, ἐκδοτικὸς ὀργανισμὸς «Ἐργάνη» - Ε.Π.Ε., 1965.)





* * *



Ἐνδιαφέρον εἶναι ὅτι ἐνῶ οἱ λαϊκὲς παραδόσεις ποὺ κατέγραψε ὁ Νικόλαος Πολίτης ἀναφέρουν τοὺς ἀρχαίους εἰσβολεῖς ὡς Τούρκους, ἡ γραφὶς τῶν λογίων τῆς Ἐπαναστάσεως, ἀλλὰ καὶ ἀγράμματοι ἀκόμη ἀγωνιστές, συγκινούμενοι ἀπὸ τὴν ἀρχαία δόξα τῆς Ἑλλάδος ποὺ ἀνασταίνεται, ἀποκαλοῦν τοὺς Τούρκους, Πέρσες! Ἔτσι, τὸν Μαραθῶνα καὶ τὸν Μιλτιάδη ἐπικαλεῖται ὁ Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης στὴν προκήρυξι «Μάχου ὑπὲρ Πίστεως καὶ Πατρίδος» καὶ καλεῖ τοὺς Ἕλληνες νὰ μιμηθοῦν τοὺς προγόνους, «οἵτινες κατέκοψαν τοσάκις τοὺς ἀναριθμήτους στρατοὺς τῶν βαρβάρων Περσῶν, τῶν ὁποίων τοὺς βαρβαροτέρους καὶ ἀνανδροτέρους ἀπογόνους πρόκειται εἰς ἡμᾶς σήμερον, μὲ πολλὰ μικρὸν κόπον, νὰ ἑξαφανίσωμεν ἐξ ὁλοκλήρου.» Ὁ δὲ Νικηταρᾶς ὁ Τουρκοφάγος, «Σταθῆτε Πέρσαι νὰ πολεμήσωμε!», φωνάζει στοὺς Τούρκους στὴν μάχη τῶν Δολιανῶν -Περσιάνους μάλιστα τοὺς ἀπεκάλει. Σὲ ἀμφότερες τῆς περιπτώσεις, ἡ ἴδια πραγματικότης· ὁλόκληρη ἡ Ἱστορία τῆς Φυλῆς μας συγχρόνως παρούσα, ὄχι νεκρὸ γράμμα, ἀλλὰ ζωντανὴ παράδοσις, αἷμα κοχλάζον στὸ σῶμα τῶν ἀνδρῶν καὶ τῶν γυναικῶν τοῦ λαοῦ μας.

* * *

ΜΑΧΟΥ ΥΠΕΡ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ



Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης διαβαίνει τον Προύθο
[...] Ἂς καλέσωμεν λοιπὸν ἐκ νέου, ὦ Ἀνδρεῖοι καὶ μεγαλόψυχοι Ἕλληνες, τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὴν κλασικὴν γῆν τῆς Ἑλλάδος! Ἂς συγκροτήσωμεν μάχην μεταξύ τοῦ Μαραθῶνος καὶ τῶν Θερμοπυλῶν! Ἂς πολεμήσωμεν εἰς τοὺς τάφους τῶν Πατέρων μας, οἱ ὁποῖοι, διὰ νὰ μᾶς ἀφήσωσιν ἐλευθέρους, ἐπολέμησαν καὶ ἀπέθανον ἐκεῖ! Τὸ αἷμα τῶν τυράννων εἶναι δεκτὸν εἰς τὴν σκιὰν τοῦ Ἐπαμεινώνδου Θηβαίου, καὶ τοῦ Ἀθηναίου Θρασυβούλου, οἵτινες κατετρόπωσαν τοὺς τριάκοντα τυράννους, εἰς ἐκείνας τοῦ Ἁρμοδίου καὶ Ἀριστογείτονος, οἱ ὁποῖοι συνέτριψαν τὸν Πεισιστρατικὸν ζυγόν, εἰς ἐκείνην τοῦ Τιμολέοντος, ὅστις ἀπεκατέστησε τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὴν Κόρινθον καὶ τὰς Συρακούσας, μάλιστα εἰς ἐκείνας τοῦ Μιλτιάδου καὶ Θεμιστοκλέους, τοῦ Λεωνίδου καὶ τῶν τριακοσίων, οἵτινες κατέκοψαν τοσάκις τοὺς ἀναριθμήτους στρατοὺς τῶν βαρβάρων Περσῶν, τῶν ὁποίων τοὺς βαρβαροτέρους καὶ ἀνανδροτέρους ἀπογόνους πρόκειται εἰς ἡμᾶς σήμερον, μὲ πολλὰ μικρὸν κόπον, νὰ ἑξαφανίσωμεν ἐξ ὁλοκλήρου. Εἰς τὰ ὅπλα λοιπὸν φίλοι· ἡ Πατρὶς Μᾶς Προσκαλεῖ!



ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΥΨΗΛΑΝΤΗΣ

Τὴν 24ην Φεβρουαρίου 1821

Εἰς τὸ γενικὸν στρατόπεδον τοῦ Ἰασίου

(Προκήρυξις Ἀλεξάνδρου Ὑψηλάντου, Ἰάσιον, 24-2-1821.)

* * *

Ἡ ἀφιλοκέρδεια τοῦ Νικηταρᾶ

Δημήτριος Kαμπούρογλου

25 Μαρτίου 1927

Ἕν ἀπὸ τὰ ὄνειρά μου ἦτο -καὶ συνήθως τὰ ὄνειρα τῆς ἡμέρας δὲν ἐπαληθεύουν- νὰ γράψω διὰ τοὺς ἐλληνοτουρκικοὺς πολέμους τοῦ Ἀγῶνος, ἐν συγκρίσει καὶ ἐκ παραλλήλου πρὸς τοὺς

ἑλληνοπερσικοὺς τῆς ἀρχαιότητος, μετὰ προσφυγῆς ἐνίοτε, πρὸς πλήρη παραλληλισμόν, καὶ εἰς τὰ Ὁμηρικὰ ἔπη.



Πρέπει νὰ ὁμολογήσω ἐν τούτοις, ὅτι τὴν σκέψιν ταύτην ὀφείλω εἰς τὸν Νικηταρᾶν, ὅστις βλέπων τοὺς Τούρκους φεύγοντας πανικόβλητους εἰς τὴν μάχην τῶν Δολιανῶν, ἐφώναζεν εἰς αὐτούς: «Σταθῆτε Πέρσαι νὰ πολεμήσωμε!» -Περσιάνους μάλιστα τοὺς ἀπεκάλει. [...]

Ἡ βοὴ καὶ ὁ ἀλαλαγμὸς τῶν Δερβενακιῶν πολὺ ὡμοίαζε πρὸς τὴν θρυλικὴν βοήν, τὴν ὁποίαν ἀκόμη καὶ τώρα τὰ μεσάνυκτα τὴν ἀκούουν οἱ βοσκοὶ ποὺ διανυκτερεύουν εἰς τὶς πλαγὲς τῶν βουνῶν, τὰ ὁποῖα στεφανώνουν τὸν Μαραθῶνα, καὶ εἰς τὰ ἐρείπια τοῦ Βρανᾶ. [...]



(«Τὸ Εἰκοσιένα», πανηγυρικοὶ λόγοι ἀκαδημαϊκῶν, ἐκδ. Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, Ἵδρυμα Κώστα καὶ Ἑλένης Οὐράνη, Ἀθῆναι 1977· ἀναδημοσίευσις: Μυριόβιβλος.)



Πηγή

(ο φίλος μας)

http://kratylos.blogspot.com
"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.