Τρίτη, 21 Σεπτεμβρίου 2010

H Mετανάστευση των Ελλήνων στην Γερμανια : Oι "Gastarbeiter"


Η Ελλάδα

μετά τον Β'Παγκόσμιο πόλεμο δεν μπορούσε να θρέψει τα παιδιά της. Τα μεταπολεμικά χρόνια στη χώρα μας,ηταν δύσκολα, με τα χωριά να ερημώνουν από την εσωτερική μετανάστευση προς τις μεγαλουπόλεις, λόγω της φτώχιας και της ανεργίας. Έτσι, η υπογραφή της ελληνογερμανικής Σύμβασης εργασίας, αποτέλεσε μία «μεγάλη ευκαιρία» για χιλιάδες Έλληνες και ...

....Ελληνίδες, κυρίως από τη Βόρεια Ελλάδα, που παρά την τρομερή εμπειρία της γερμανικής κατοχής και τον μεγάλο αριθμό των θυμάτων του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ελλάδα, ξεκίνησαν για τη Γερμανία, αναζητώντας το νέο, το καλύτερο, το αναγκαίο.

ΤΑ ΠΕΤΡΙΝΑ ΧΡΟΝΙΑ

«Ευλογία του Θεού», αποκάλεσαν πολλοί τη μετανάστευση στη Γερμανία, καθώς δεν έβλεπαν άλλη διέξοδο. Άλλοι την ονόμασαν «κατάρα του Θεού» και «σύγχρονο σκλαβοπάζαρο». Αυτή ήταν η μεγάλη «έξοδος», με μία μόνο βαλίτσα στο χέρι, γεμάτη «όνειρα και ελπίδες», για μία καλύτερη τύχη, για ένα νέο μέλλον.

ΤΑ 'ΤΕΜΑΧΙΑ' ΚΑΙ ΟΙ ΙΑΤΡΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ

Με την υπογραφή της σύμβασης άνοιξαν στην Αθήνα (επί της οδού Βίκτωρος Ουγκώ) και στη Θεσσαλονίκη (επί της οδού Δωδεκανήσου) οι εν Ελλάδι Γερμανικές Επιτροπές, που ενέκριναν την πρόσληψη των Ελλήνων εργατών, εξετάζοντας εξονυχιστικά την καταλληλότητά τους, από άποψη υγείας και ειδικών γνώσεων, ενώ οργάνωναν και το ταξίδι τους. Η τακτική προσέλκυσης την εποχή εκείνη θύμιζε «σύγχρονο σκλαβοπάζαρο», όπως έχει παραδεχτεί και ένας πρώην διευθυντής της Γερμανικής Επιτροπής στην Αθήνας.Ο Χανς Γιόργκ Έκχαρντ, που εργάστηκε στο Γραφείο Θεσσαλονίκης από το 1965 έως το 1967, μας εξιστορεί, πως οι ιατρικές εξετάσεις ήταν πολύ αυστηρές: μετρήσεις μυών, ακτινογραφίες θώρακος, οδοντιατρικές εξετάσεις κ.ά. «Έπρεπε να επιλέξουμε καλό ανθρώπινο υλικό, αυτή ήταν η εντολή. Από Γερμανία μας λέγανε 'στείλτε μας τόσα τεμάχια', και αυτό πιστέψτε με, με πονούσε πολύ, καθώς αντίκριζα καθημερινά νέους ανθρώπους να ψάχνουν για ελπίδα, ένα καλύτερο αύριο», δηλώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, από τη Στουτγκάρδη, ο 67χρονος σήμερα Χανς Γιόργκ Έκχαρντ. Και συνεχίζει: «Οι εργοδότες ήθελαν να προσλάβουν μόνο νέους, υγιείς ανθρώπους, με γερά χέρια και πόδια, για να εργαστούν στη βιομηχανία. Η Ελλάδα ήταν και η πρώτη χώρα που έστειλε στη Γερμανία γυναίκες χωρίς τους συζύγους. Μπορείτε να φανταστείτε το δράμα αυτών των γυναικών, που πήγαιναν σε έναν ξένο τόπο, αφήνοντας συζύγους, παιδιά, χωρίς να ξέρουν ούτε μία λέξη γερμανική. Οι γυναίκες προτιμούνταν από τις φάμπρικές της κλωστοϋφαντουργίας, αλλά και στη βιομηχανία ηλεκτρικών ειδών, καθώς τα χέρια τους ήταν πιο λεπτά και επιδέξια, απ΄

αυτά των ανδρών. Ποτέ δεν θα ξεχάσω τις εικόνες στο σταθμό του τρένου, στη Θεσσαλονίκη, με τους άνδρες να αποχαιρετούν με δάκρυα στα μάτια τις συζύγους τους, κρατώντας μωρά παιδιά στην αγκαλιά τους. Και εκείνες, με απόγνωση, να προσπαθούν να τούς δώσουν κουράγιο». Το πρώτο συμβόλαιο, όπως αναφέρει ο κ. Έκχαρντ είχε συνήθως διάρκεια ενός έτους, και δεν ήταν καλά πληρωμένο. Αν όλα πήγαιναν καλά, οι γυναίκες είχαν, μετά, το δικαίωμα να αλλάξουν δουλειά, πόλη και να κάνουν πρόσκληση, με συναίνεση του εργοδότη, στον σύντροφο τους. Αν, όμως, δεν ανταποκρίνονταν στις απατήσεις του εργοδότη, έχαναν το δικαίωμα να εργαστούν στη Γερμανία.

ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΓΕΡΜΑΝΙΑ - ΟΙ 'GASTARBEITER'

Οσοι Ελληνες λοιπόν περνούσαν απο τις επιτροπές οι Γερμανοί τούς θεωρούσαν τότε προσωρινούς, φιλοξενούμενους εργάτες, «τεμάχια», όπως τους χαρακτήριζαν τα γερμανικά εργοστάσια και τα ανθρακωρυχεία, όταν ζητούσαν εργατικά χέρια από την Ελλάδα και αλλού. Gastarbeiter (φιλοξενούμενοι εργαζόμενοι) τούς αποκαλούσαν ή Katzelmacher, όπως υποτιμητικά χαρακτήριζαν στη Βαυαρία τους μετανάστες, που προέρχονται από τις νότιες χώρες. Σκληρά τα πρώτα χρόνια και όπως διαπίστωσαν οι μετανάστες η Γερμανία δεν ήταν … Αμερική, όπως την ονειρεύονταν κάποιοι. Ειδικά στο ξεκίνημα, η στέγαση των μεταναστών εργατών γινόταν σε παραπήγματα, τα οποία, εν μέρει, προέρχονταν από την εποχή του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, όπως αναφέρεται στα αρχεία του Κέντρου Τεκμηρίωσης και του Μουσείου DOMiD, της Κολωνίας. Κάθε εργάτης είχε στη διάθεσή του ένα κρεβάτι σε κουκέτα, ένα ντουλάπι που κλείδωνε, μια θέση στο τραπέζι του φαγητού και μια καρέκλα ανά άτομο. Οι εστίες, χωρισμένες ανά φύλο (αν υπήρχαν αντρόγυνα έπρεπε να χωρίσουν), συχνά αποτελούσαν τμήμα των εργοστασιακών εγκαταστάσεων.Αν με κάτι είχαν να αντιπαλέψουν, με όλες τους τις δυνάμεις, οι μετανάστες από την αρχή, αυτό ήταν το «ακόρντ» (πλαφόν στην παραγωγικότητα), που όσοι προσπαθούσαν να το ξεπεράσουν για να πάρουν πριμ, κατέληγαν, σε πολλές περιπτώσεις, με σοβαρά προβλήματα υγείας. Ταυτόχρονα, προκαλούσαν την αντιπάθεια των Γερμανών συναδέλφων τους, που έμεινα πίσω, καθώς τα «ακόρντ» ανέβαιναν συνεχώς εξαιτίας των Gastarbeiter. Δεν ήταν, βέβαια, το όνειρο του γρήγορου χρήματος που τούς ωθούσε στα άκρα, αλλά η προοπτική να τα βγάλει πέρα η οικογένεια στην Ελλάδα, με τα εμβάσματα που έστελναν. Κι αν ήταν δυνατόν, να χτίσουν ένα σπίτι στην πατρίδα, ν' ανοίξουν ένα μαγαζί και έτσι να προετοιμάσουν την επιστροφή τους.Η προσωρινότητα έγινε, τελικά, μόνιμη εγκατάσταση στη χώρα.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Συνολικά Ξεπερνούν το 1,5 εκ. οι Έλληνες που πέρασαν από τη Γερμανία. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, έως το 1973, όταν η Γερμανία πάγωσε μονόπλευρα όλες τις συμβάσεις πρόσληψης αλλοδαπών, μετανάστευσαν περίπου 600.000 Έλληνες εργάτες. Σήμερα, σε όλη τη Γερμανία, οι Έλληνες υπολογίζονται στις 350.000. Πολλοί από τους πρώτους Έλληνες μετανάστες, έχοντας συνταξιοδοτηθεί, επέστρεψαν στα χωριά τους. Δεν είναι λίγοι, όμως, εκείνοι που έμειναν στη Γερμανία, για να είναι κοντά στα παιδιά και τα εγγόνια τους, στη δεύτερη πια πατρίδα. Χαρακτηριστικό είναι ένα στιχάκι ανώνυμου μετανάστη: «Τώρα που την πήρες την πολυπόθητη σύνταξή σου γιατί δεν επιστρέφεις στην πατρίδα, την Ελλάδα; Τότε που ήθελα δεν μπορούσα. Τώρα που μπορώ, δεν θέλω. Η νοσταλγία μου αρκεί».
Ο Χανς Γιόργκ Έκχαρντ, που έρχεται συχνά στην Ελλάδα, και δη στη βόρεια- «ο ωραιότερος προορισμός», όπως λέει- μιλάει με σεβασμό για τους Έλληνες της Γερμανίας, που κατάφεραν να ενσωματωθούν καλύτερα από όλους τους αλλοδαπούς. Φρόντισαν τη μόρφωση των παιδιών τους, τα οποία σήμερα έχουν καταλάβει καίριες θέσεις στη Γερμανία σε πολλούς τομείς, ενώ κρατούν την παράδοση και τον πολιτισμό τους.

αποσπάσματα απο : planetcosmos.blogspot.com



"
read more

Το μαρτύριο του Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσοστόμου


Κορυφαία μορφή της Μικρασιατικής Καταστροφής υπήρξε ο τελευταίος Επίσκοπος Σμύρνης, της μιας από τις επτά Εκκλησίες της Αποκαλύψεως, Μητροπολίτης Χρυσόστομος Καλαφάτης. Ο μαρτυρικός του θάνατος από τον τουρκικό όχλο είναι άρρηκτα δεμένος με τις τελευταίες στιγμές της ελληνικής Σμύρνης και του Μικρασιατικού Ελληνισμού. Αν και του προσφέρθηκαν πολλές ευκαιρίες να εγκαταλείψει τη Σμύρνη αυτός προτίμησε να μείνει και να συμμεριστεί την τύχη του ποιμνίου.



Το 1992 η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος προχώρησε στην αγιοκατάταξη του Χρυσοστόμου και των ιεραρχών Γρηγορίου Κυδωνιών, Αμβροσίου Μοσχονησίων, Προκοπίου Ικονίου, Ευθυμίου Ζήλων και των κληρικών και λαϊκών, που σφαγιάσθηκαν κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Επίσης, όρισε να τιμάται η μνήμη του Χρυσοστόμου Σμύρνης και των «συν αυτώ Ιεραρχών» την Κυριακή προ της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, η οποία φέτος συμπίπτει με τη σημερινή.



Ο γνωστός Έλληνας λογοτέχνης και ακαδημαϊκός Ηλίας Βενέζης, ο οποίος έζησε τη λαίλαπα της Μικρασιατικής Καταστροφής, στο βιβλίο του «Μικρασία Χαίρε» γράφει για τον Σμύρνης Χρυσόστομο


«Η δράση του στον καιρό του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, στον καιρό των διωγμών των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, και στη διετία 1920-22 , τον είχε αναδείξει πρώτο στόχο. Αυτός ήταν ο ηγέτης, ο εθνάρχης, η ψυχή της Ελληνικής Μικρασίας» . Ο Βενέζης τονίζει ότι ο Χρυσόστομος με το βίο και το μαρτυρικό του τέλος «υπηρέτησε το Γένος και την Εκκλησία γράφοντας μια σελίδα χρυσή».

Στις 9 Σεπτεμβρίου του 1922 (με το νέο ημερολόγιο) ο Νουρεντίν Πασάς του απήγγειλε την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας και τον παρέδωσε στο πλήθος που είχε συγκεντρωθεί έξω από το διοικητήριο της Σμύρνης.



Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η εξιστόρηση των γεγονότων από τον Τούρκο καθηγητή Βilge Umar που στηρίζεται σε μαρτυρίες ανθρώπων, οι οποίοι διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στη δολοφονία του Χρυσόστομου όπως αυτή του δήμιου Αli Αge , στον οποίο τον παρέδωσε ο Νουρεντίν. Σύμφωνα με τον Ουμάρ, ο Νουρεντίν επέλεξε να απαλλαγεί το συντομότερο από τον Χρυσόστομο, επειδή ήθελε να αποφύγει τη διαδικασία μιας δίκης, που θα έδινε τη δυνατότητα σε ευρωπαϊκές χώρες να παρέμβουν για να αποτραπεί η καταδίκη του ιεράρχη.



Ο Γάλλος δημοσιογράφος και ιστορικός Rene Ρuaux, απεσταλμένος στη Σμύρνη της εφημερίδας «Le Τemps», στο βιβλίο του «Ο θάνατος της Σμύρνης» επιρρίπτει ευθύνη για το μαρτύριο του Χρυσόστομου στην τουρκική στρατιωτική και πολιτική ηγεσία. Γράφει μεταξύ άλλων: «Ο στρατηγός Νουρεντίν πασάς, όταν τον έφεραν μπροστά του, τον εξύβρισε με αισχρό τρόπο και τον κατηγόρησε για τη φιλελληνική του στάση και πρόσθεσε ότι η επόμενη ενέργειά του ήταν να τον παραδώσει στη λαϊκή κρίση. Ο Χρυσόστομος, λοιπόν, παραδόθηκε στο μανιασμένο μουσουλμανικό όχλο. Του ξερίζωσαν τη γενειάδα, τον μαχαίρωσαν, διαμέλισαν και έσυραν το σώμα του μέχρι την τουρκική συνοικία, όπου και τον πέταξαν στα σκυλιά...». Ο Ρuaux καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η εκτέλεση του Χρυσοστόμου ήταν προαποφασισμένη.



Ο τότε Αμερικανός πρόξενος στη Σμύρνη G. Ηorton στο βιβλίο του «Η κατάρα της Ασίας» γράφει για τον Χρυσόστομο:«Πέθανε σαν μάρτυρας και αξίζει να του απονεμηθούν ύψιστες τιμές από την Ελληνική Εκκλησία και την Ελληνική Κυβέρνηση...»




ΣΤΙΣ 14 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ1982, με την ευκαιρία της συμπληρώσεως 60 χρόνων από την καταστροφή, σε έκτακτη συνεδρίαση της Ακαδημίας Αθηνών, ο διαπρεπής ακαδημαϊκός Γ. Μυλωνάς, τελείωσε την ομιλία του με μία συγκλονιστική περιγραφή του μαρτυρίου και της θανατώσεως του Χρυσοστόμου. «Κατά τις τελευταίες ημέρες του Σεπτεμβρίου 1922 μια ομάδα φοιτητών του ΙnternationalCollege της Σμύρνης και εγώ βρεθήκαμε φυλακισμένοι σε απαίσιο υπόγειο, σ’ ένα από τα μπουντρούμια του Διοικητηρίου της Σμύρνης. Σ’ αυτό ήταν ασφυκτικά στριμωγμένοι Έλληνες Χριστιανοί αιχμάλωτοι, μάλλον άνθρωποι προωρισμένοι για θάνατο. Στις 5 το απόγευμα της τελευταίας ημέρας του θλιβερού Σεπτεμβρίου, ένας τουρκοκρής με διέταξε να τον ακολουθήσω στην αυλή. “Είσαι δάσκαλος;”, με ρωτά. “Αυτήν την τιμή είχα” του απαντώ. “Και οι άλλοι που ήσαν μαζί σου είναι φοιτητές;”. ”Ναι”, του λέγω. “Γρήγορα μάζεψέ τους και φέρε τους εδώ”. “Ελάτε μαζί μου έξω”, λέγω στους συντρόφους μου. “Φαίνεται ότι ήρθε η ώρα μας. Εμπρός με θάρρος”. Ποια ήταν η έκπληξή μας όταν ακούσαμε τον Τουρκο-κρητικό να λέει: “ Θα σας σώσω σήμερα, γιατί ελπίζω αυτό να με βοηθήσει να λησμονήσω μια τρομερή σκηνή που αντίκρυσαν τα μάτια μου, σκηνή στην οποία έλαβα μέρος”.



Και συνέχισε: “Παρακολούθησα το χάλασμα του Δεσπότη σας. Ήμουν μ’ εκείνους που τον τύφλωσαν, που του βγάζαν τα μάτια και αιμόφυρτο, τον έσυραν από τα γένια και τα μαλλιά στα σοκάκια του Τουρκομαχαλά,τον ξυλοκοπούσαν, τον έβριζαν και τον πετσόκοβαν. Από καιρού σε καιρό, όταν


μπορούσε, ύψωνε κάπως το δεξί του χέρι και ευλογούσε τους διώκτες του. Κάποιος πατριώτης μου αναγνωρίζει τη χειρονομία της ευλογίας, μανιάζει, μανιάζει και με το τρομερό μαχαίρι του κόβει και τα δυο χέρια του Δεσπότη. Εκείνος σωριάστηκε στη ματωμένη γη με στεναγμό που φαινόταν ότι ήταν μάλλον στεναγμός ανακουφίσεως παρά πόνου. Τόσο τον λυπήθηκα τότε, που με δύο σφαίρες στο κεφάλι τον αποτελείωσα. Αυτή είναι η ιστορία μου. Τώρα που σας την είπα ελπίζω πως θα ησυχάσω. Γι’ αυτό σας χάρισα τη ζωή”. “Και πού τον έθαψαν;” ρώτησα με αγωνία. “Κανείς δεν ξέρει πού έριξαν το κομματιασμένο του κορμί”».



Το έργο του




Το 1910 η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου τον εκλέγει και πάλι παμψηφεί Μητροπολίτη Σμύρνης. Στην πρωτεύουσα της Ιωνίας ξεκίνησε ένα μεγάλο έργο. Κτίζει γραφεία για τη Μητρόπολη και αναδιοργανώνει την εκπαίδευση, αναλαμβάνει υπό την προστασία του τους αρχαίους γυμναστικούς


Συλλόγους της Σμύρνης, μετέχει ως πρόεδρος ο ίδιος στα Συμβούλια των περισσότερων πνευματικών και κοινωνικών ιδρυμάτων, προωθεί την πνευματική κίνηση και επιζητεί ένα καινούργιο πνευματικό, ηθικό και κοινωνικό πολιτισμό στην Ιωνία. Στις 20 Αυγούστου 1914 απομακρύνεται βίαια από την έδρα του. Μετά το τέλος του Ά Παγκοσμίου Πολέμου ο Χρυσόστομος ξαναγυρνά στην πολυαγαπημένη του Σμύρνη.



Το 1919 υποδέχτηκε τον ελληνικό στρατό στη Σμύρνη. Γονυπετής και κλαίγοντας ευλόγησε την ελληνική σημαία. Τις επόμενες μέρες προστάτεψε Τούρκους κατοίκους της Σμύρνης από εχθροπραξίες του ελληνικού στρατού. Επισκέφθηκε τους Τούρκους αιχμαλώτους, και τις τουρκικές συνοικίες της Σμύρνης και μοίρασε τροφή και φάρμακα. Όταν αντιστράφηκε η κατάσταση και ο εφιάλτης πλησίαζε στη Σμύρνη, ο Χρυσόστομος προσπάθησε να οργανώσει την άμυνα της πόλης και έστειλε επιστολές/εκκλήσεις προς τους αρχηγούς των συμμάχων, αλλά και προς την Καθολική Εκκλησία.








Πηγή




ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ


http://infognomonpolitics.blogspot.com

"
read more

Η αποφασιστική συμβολή του Ελληνικού ναυτικού στον ανεφοδιασμό της Κρητικής Επανάστασης (1866-1869)

Όταν ξεκίνησε η επανάσταση των Ελλήνων στην Κρήτη το 1866, ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα των επαναστατών ήταν ο ανεφοδιασμός τους με πολεμοφόδια και εθελοντές από την Ελλάδα. Αυτή η δυσκολία δεν προερχόταν τόσο από τη γεωγραφική απομόνωση του νησιού σε σχέση με τον Ελλαδικό χώρο ή τη σχετική επισφάλεια των θαλάσσιων μεταφορών, αλλά κυρίως από τον ναυτικό αποκλεισμό των παραλίων της Κρήτης από τον ισχυρό Οθωμανικό στόλο. Για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα αυτό, οι σύλλογοι που βρίσκονταν στην Αθήνα και συντόνιζαν τη βοήθεια για την Κρήτη, μίσθωσαν δύο ευέλικτα μικρά ταχύπλοα ατμοκίνητα πλοία το 'Πανελλήνιο' και την 'Ύδρα', με σκοπό να διασπούν τον αποκλεισμό, να εφοδιάζουν τα απαραίτητα για τον αγώνα και να διατηρούν ακμαίο το φρόνημα των επαναστατών. Οι Ελληνικές Κυβερνήσεις αν και επισήμως τηρούσαν ουδετερότητα έναντι της Κρητικής Επανάστασης ανέχονταν τα ταξίδια αυτά, όπως και τις δραστηριότητες των επιτροπών υπέρ του κρητικού Αγώνα.



Αρχικά, ο τουρκικός ναυτικός αποκλεισμός ήταν χαλαρός, καθώς η εξέγερση δεν έδειχνε ικανή να επιτύχει τους σκοπούς της, έτσι τα ταξίδια ανεφοδιασμού ήταν σχετικά εύκολα και ασφαλή. Το 'Πανελλήνιο' έκανε δεκάδες ταξίδια διεκπεραιώνοντας την αποστολή του με ταχύτητα και ασφάλεια χάρις τους ικανούς πλοιάρχους του (Αναστάσιο Κουρεντή, Νικ. Αγγελικάρα, Ανδρ. Κοτζιά, Νικ. Σαχτούρη), αποκτώντας μεγάλη φήμη ανάμεσα στους Έλληνες. Οι Τούρκοι το αποκαλούσαν 'Ντελή Παντελή' (τρελοπαντελή) για τις παράτολμες ναυτικές αποστολές που εκτελούσε. Στις αρχές του 1867 αναλαμβάνει το βάρος των αποστολών αυτών το 'Αρκάδι', ένα μικρό ταχύτατο ατμοκίνητο σκάφος που αγοράστηκε από εισφορές πλουσίων Ελλήνων εμπόρων της Αγγλίας.



Ο αποκλεισμός όμως είχε καταστεί ασφυκτικότερος, με το μεγαλύτερο τμήμα του Οθωμανικού στόλου να περιπολεί τις Κρητικές ακτές. Το 'Αρκάδι' μέσα σε 7 μήνες πραγματοποίησε 26 επικίνδυνα ταξίδια κρατώντας άσβεστο το πυρ της Επανάστασης στην πιο κρίσιμη περίοδό της. Στο 13ο ταξίδί του επισημάνθηκε και καταδιώχθηκε από τα τουρκικά καταδρομικά 'Ιτζεδδίν' και 'Τάλια' και αναγκάστηκε να καταφύγει στο λιμάνι των Αντικυθήρων με τα τουρκικά πλοία να πολιορκούν το νησί. Το νέο πανικόβαλλε την κυβέρνηση Κουμουνδούρου που έστειλε διπλωματική διακοίνωση στις Μεγάλες Δυνάμεις αναφέροντας πως οι Τούρκοι απειλούσαν Ελληνικό έδαφος. Την λύση του δράματος έδωσε ο πλοίαρχος του 'Αρκαδίου' Αγγελινάρας που διέταξε επίθεση ολοταχώς κατά των πάνοπλων καταδρομικών με ταυτόχρονα εύστοχα πυρά. Τα τουρκικά καταδρομικά αιφνιδιάστηκαν ενώ είχαν σημαντικές απώλειες στα πληρώματά τους και έτσι δεν μπόρεσαν να καταδιώξουν το 'Αρκάδι', το οποίο γύρισε στην Σύρο, επισκεύασε τις φθορές από την ναυμαχία και έφυγε για νέο ταξίδι.



Ο πλοίαρχος του 'Ιτζεδδίν' επέδωσε έγγραφη διαμαρτυρία στις αρχές των Κυθήρων όπου αναφερόταν στο 'Αρκάδι' με τον όρο 'κλέφτικος αυτός βαπόρις'. Οι Τούρκοι ναυτικοί αποκαλούσαν το 'Αρκάδι' 'Σειτάν Βαπορού', 'πλοίο του διαβόλου'. Στις 7 Αυγούστου 1867 το 'Αρκάδι' παγιδεύτηκε νοτιοδυτικά της Κρήτης από μοίρα τουρκικών πολεμικών υπό το 'Ιτζεδδίν'. Μετά από ολοήμερη ναυμαχία και συνεχείς ελιγμούς με αντιπάλους τρία εχθρικά πλοία και αφού προξένησε μεγάλες απώλειες στα πληρώματα τους, μια σφαίρα από το 'Ιτζεδδίν' αχρήστευσε το δεξί τροχό του Ελληνικού πλοίου. Ο Έλληνας πλοίαρχος Κουρεντής το οδήγησε σε αβαθή νερά για να αποφύγει τον εχθρό, αποβίβασε τους εθελοντές και τα γυναικόπαιδα και πυρπόλησε το πλοίο. Οι Τούρκοι απέσπασαν έναν ξύλινο κορμό από τα αποκαΐδια του πλοίου το μετέφεραν στην Κωνσταντινούπολη και το χρησιμοποίησαν στην ναυπήγηση νέου πλοίου, ισχυριζόμενοι ότι αιχμαλώτισαν το 'Αρκάδι'.



Την συνέχιση του ανεφοδιασμού των επαναστατών ως το τέλος του Αγώνα ανέλαβε το ατμόπλοιο 'Κρήτη' με 10 ταξίδια αλλά κατ΄εξοχήν το πλοίο με το εύγλωττο όνομα 'ΕΝΩΣΙΣ' υπό τον έμπειρο πλοίαρχο Νικόλαο Σουρμελή που έκανε 46 ταξίδια προσφέροντας ανεκτίμητες υπηρεσίες, ενώ το όνομα του κατέστη κυριολεκτικά θρύλος σε όλο το πανελλήνιο.



Στα τέλη του 1868 η Κρητική Επανάσταση έπνεε τα λοίσθια. Η 'Ένωσις' όμως συνέχιζε ακατάβλητη τα ταξίδια της ταπεινώνοντας συνεχώς τον Οθωμανικό στόλο. Ο Σουλτάνος και η Οθωμανική Πύλη θεώρησαν ζήτημα τιμής την σύλληψη της 'Ενώσεως'. Κάλεσαν στην Κωνσταντινούπολη τον ικανό Βρετανό ναυτικό Χόβαρτ Πασά, τον προβίβασαν σε αντιναύαρχο και του ανέθεσαν πάση θυσία και υπό οποιοδήποτε κόστος να συλλάβει ή να βυθίσει την 'Ένωση'. Για τον σκοπό αυτό του έδωσαν την ναυαρχίδα του Οθωμανικού Στόλου 'Χουδαβενδικιάρ', φρεγάτα με 50 κανόνια. Ο Χόρβαρτ αντελήφθη ορθά πως δεν είχε ελπίδα να συλλάβει την 'Ενωση' περιπολώντας στην Κρήτη. Έτσι απέσπασε από τον αποκλεισμό μια μοίρα πλοίων (ανάμεσα τους και το 'Ιτζεδδίν') και περίμενε μυστικά έξω από την Σύρο την επιστροφή του Ελληνικού πλοίου από την αποστολή του.



Στις 2 Δεκεμβρίου η 'Ένωσις' έπλεε προς την Σύρο όταν ο πλοίαρχος της, Σουρμελής, εντόπισε το 'Ιτζεδδίν' και την Τουρκική ναυαρχίδα να πλέουν ολοταχώς προς το μέρος του. Ο Σουρμελής ανέκρουσε πρύμνη και ξεκίνησε η απηνής καταδίωξη. Όταν το 'Ιτζεδδίν' πλησίασε και ετοιμάστηκε να πλήξει την 'Ένωση', μια τυχερή βολή από το Ελληνικό πλοίο προκάλεσε ζημιές στον αριστερό τροχό του τουρκικού πλοίου που έχασε ταχύτητα. Ο Χόβαρτ όμως με την ναυαρχίδα είχε πλευρίσει το ελληνικό ταχύπλοο και ήταν έτοιμος να το βυθίσει. Ο Σουρμελής με έναν γρήγορο ελιγμό απέφυγε τα πυρά, ενώ εύστοχες βολές από το πλήρωμα και το μικρό κανόνι της 'Ενώσεως' επέφεραν σύγχυση στο πλήρωμα της τουρκικής ναυαρχίδας. Μια σφαίρα λίγο έλειψε να σκοτώσει τον ίδιο τον Χόβαρτ.



Η 'Ένωσις' εκμεταλεύτηκε τη σύγχιση και εισήλθε θριαμβευτικά στο λιμάνι της Σύρου. Ο Χόβαρτ σε έξαλλη κατάσταση μπήκε με την τουρκική ναυαρχίδα στο λιμάνι απαιτώντας από τις Ελληνικές αρχές την παράδοση του 'πειρατικού πλοίου' απειλώντας ότι θα βύθιζε την 'Ένωση" ακόμη και εντός του λιμανιού. Τότε έγινε επέμβαση από τους προξένους των Μεγάλων Δυνάμεων στο νησί, που ζήτησαν από τον Χόβαρτ να αποχωρίσει. Ο γάλλος πλοίαρχος του "Βαλλ" που ελλιμενιζόταν στην Σύρο, προειδοποίησε τον Χόβαρτ να μην πειράξει την "Ένωση', γιατί αλλιώς θα επενέβαινε και ο ίδιος. Η Ελληνική Κυβέρνηση έστειλε την φρεγάτα 'Ελλάς' υπό τον πλωτάρχη Σταματέλο με την διαταγή να πλήξει τον Χόβαρτ αν τολμούσε να επιτεθεί στην 'Ένωση". Ο Χόβαρτ βγήκε από το λιμάνι μετά από παραινέσεις των ξένων προξένων επειδή ο ντόπιος πληθυσμός είχε εξαγριωθεί από το θέαμα της τουρκικής ναυαρχίδας, αλλά περιπολούσε στην είσοδο του λιμανιού ενισχυμένος από 7 πολεμικά πλοία της Τουρκίας.



Η Οθωμανική Αυτοκρατορία έστειλε τελεσίγραφο στην Ελληνική Κυβέρνηση Βούλγαρη να πάψει να ενισχύει την Κρητική επανάσταση. Ο Βούλγαρης απέρριψε το τελεσίγραφο, οι δυο χώρες διέκοψαν τις διπλωματικές τους σχέσεις και έφτασαν στο χείλος του πολέμου. Η Πύλη σχεδίαζε μετά τον επερχόμενο πόλεμο να εκδιώξει όλους τους Χριστιανούς από την επικράτειά της, κλείνοντας τα λιμάνια της στο Ελληνικό εμπόριο. Τότε οι Μεγάλες Δυνάμεις επενέβησαν δραστήρια με τη διάσκεψη στο Παρίσι (4 Ιανουαρίου 1969) με την οποία καλούσαν την Ελλάδα να ικανοποιήσει τον Σουλτάνο σε ζητήματα που αφορούσαν την παύση της ενίσχυσης της επανάστασης στην Κρήτη, ενώ ταυτόχρονα επέβαλλαν στον Σουλτάνο μια σειρά από φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις στην Κρήτη, που όταν εφαρμόστηκαν έμειναν γνωστές ως 'Οργανικός Νόμος'. Στην Ελλάδα σχηματίστηκε οικουμενική κυβέρνηση υπό τον Θρασύβουλο Ζαίμη που υποχώρησε και αποδέχτηκε όλους τους όρους του συμβιβασμού, καθώς δεν είχε τις δυνατότητες ακόμη να αντιπαρατεθεί στην ισχυρή Οθωμανική Αυτοκρατορία.



Τα ταχύπλοα ατμόπλοια 'Πανελλήνιον', 'Αρκάδι' και 'Ένωσις", οι κυβερνήτες και τα πληρώματα τους έμειναν στην Ιστορία για τα ναυτικά κατορθώματα, τις ικανότητες και την ευψυχία τους. Κατάφεραν να φέρουν εις πέρας πολύ επικίνδυνες ναυτικές αποστολές αντιμετωπίζοντας ένα πολύ ισχυρότερο αντίπαλο και έτσι να κρατήσουν ζωντανή την προσπάθεια των Κρητών για ΈΝΩΣΗ με την Ελλάδα. Ο λαός εξύμνησε τις ηρωικές τους προσπάθειες, οι οποίες απαθανατίστηκαν και στα ποιήματα του μεγάλου Αχιλλέα Παράσχου.



Ι. Β. Δ.



Πηγές



Συλλογικό έργο, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, εκδοτική Αθηνών



Επαμεινώνδα Κυριακίδου, Ιστορία του νέου Ελληνισμού, εκδόσεις Γρηγοριάδης

ΤΟ ΑΤΜΟΠΛΟΙΟ (ΚΑΝΟΝΙΟΦΟΡΟΣ) “ΑΡΚΑΔΙ” ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

"
read more