Πέμπτη, 28 Οκτωβρίου 2010

Πόσοι από εμάς έχουμε διαβάσει ολόκληρο τον Εθνικό Ύμνο; Ιδού η ευκαιρία!


Πόσοι από εμάς έχουμε διαβάσει ολόκληρο τον 'Ύμνο εις την Ελευθερία', από τον οποίο οι δύο πρώτες στροφές αποτελούν τον Εθνικό μας Ύμνο; Φοβάμαι, λίγοι! Κι ακόμα λιγότεροι - ίσως ελάχιστοι- έχουμε μελετήσει πόση σοφία υπάρχει κρυμμένη σε κάθε λέξη του!

Κι όμως, πιστέψτε με, αξίζει τον κόπο! Όχι από "πατριωτισμό", αλλά γιατί οι περισσότεροι στίχοι του μοιάζουν σαν να μην γράφτηκαν το 1823, αλλά σήμερα! Αν έχετε τη διάθεση και τον χρόνο, σας εύχομαι καλή ανάγνωση!
'Ύμνος εις την Ελευθερίαν'
στίχοι: Διονύσιος Σολωμός
μελοποίηση: Νικόλαος Μάντζαρος
Στροφές 1 εως 10
1.
Σε γνωρίζω από την κόψη
Του σπαθιού την τρομερή,
Σε γνωρίζω από την όψη
Που με βιά μετρά τη γη.

2.
Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη
Των Ελλήνων τα ιερά,
Και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

3.
Εκεί μέσα εκατοικούσες
Πικραμένη, εντροπαλή,
Κι ένα στόμα ακαρτερούσες,
Έλα πάλι, να σου πει.

4.
Άργειε νάλθη εκείνη η μέρα,
Και ήταν όλα σιωπηλά,
Γιατί τάσκιαζε η φοβέρα
Και τα πλάκωνε η σκλαβιά.

5.
Δυστυχής! Παρηγορία
Μόνη σου έμενε να λες
Περασμένα μεγαλεία
Και διηγώντας τα να κλαις.

6.
Και ακαρτέρει, και ακαρτέρει
Φιλελεύθερη λαλιά,
Ένα εκτύπαε τ’ άλλο χέρι
Από την απελπισιά.

7.
Κι’ έλεες: πότε, α! πότε βγάνω
Το κεφάλι από τς ερμιές;
Κι αποκρίνοντο από πάνω
Κλάψες, άλυσες, φωνές.

8.
Τότε εσήκωνες το βλέμμα
Μες στα κλάμματα θολό,
Και εις το ρούχο σου έσταζ’ αίμα,
Πλήθος αίμα Ελληνικό.

9.
Με τα ρούχα αιματωμένα
Ξέρω ότι έβγαινες κρυφά
Να γυρεύης εις τα ξένα
Aλλα χέρια δυνατά.
Στροφές 10 εως 19
10.
Μοναχή το δρόμο επήρες,
Εξανάλθες μοναχή
Δεν είν’ εύκολες οι θύρες,
Εάν η χρεία τες κουρταλή.

11.
Άλλος σου έκλαψε εις τα στήθια,
Αλλ’ ανάσασιν καμιά
Aλλος σου έταξε βοήθεια
Και σε γέλασε φρικτά.

12.
Άλλοι, οϊμέ! στη συμφορά σου
Οπού εχαίροντο πολύ,
Σύρε νάβρης τα παιδιά σου,
Σύρε ελέγαν οι σκληροί.

13.
Φεύγει οπίσω το ποδάρι
Και ολοκλήγορο πατεί
Ή την πέτρα ή το χορτάρι
Που τη δόξα σου ενθυμεί.

14.
Ταπεινότατη σου γέρνει
Η τρισάθλια κεφαλή,
Σαν πτωχού που θυροδέρνει
Κι’ είναι βάρος του η ζωή.

15.
Ναι αλλά τώρα αντιπαλεύει
Κάθε τέκνο σου με ορμή,
Που ακατάπαυστα γυρεύει
Ή τη νίκη ή τη θανή.

16.
Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη
Των Ελλήνων τα ιερά,
Και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

17.
Μόλις είδε την ορμή σου
Ο ουρανός, που για τς εχθρούς
Εις τη γη τη μητρική σου
Έτρεφ’ άνθια και καρπούς.

18.
Εγαλήνευσε και εχύθη
Καταχθόνια μία βοή,
Και του Ρήγα σου απεκρίθη
Πολεμόκραχτη η φωνή.

19.
Όλοι οι τόποι σου σ’εκράξαν
Χαιρετώντας σε θερμά,
Και τα στόματα εφωνάξαν
Όσα αισθάνετο η καρδιά.
Στροφές 20 εως 29
20.
Εφωνάξανε ως τ’ αστέρια
Του Ιονίου και τα νησιά,
Και εσηκώσανε τα χέρια
Για να δείξουνε χαρά.

21.
Μ’ όλον πούναι αλυσωμένο
Το καθένα τεχνικά,
Και εις το μέτωπο γραμμένο
Έχει: 'Ψεύτρα Ελευθεριά'.

22.
Γκαρδιακά χαροποιήθη
Και του Βάσιγκτον η γη,
Και τα σίδερα ενθυμήθη
Που την έδεναν και αυτή.

23.
Απ’ τον πύργο του φωνάζει,
Σα να λέη σε χαιρετώ,
Και τη χήτη του τινάζει
Το Λεοντάρι το Ισπανό.

24.
Ελαφιάσθη της Αγγλίας
Το θηρίο, και σέρνει ευθύς
Κατά τ’άκρα της Ρουσίας
Τα μουγκρίσματα της οργής.

25.

Εις το κίνημά του δείχνει
Πως τα μέλη είν’ δυνατά
Και στου Αιγαίου το κύμα ρίχνει
Μια σπιθόβολη ματιά.

26.
Σε ξανοίγει από τα νέφη
Και το μάτι του Αετού,
Που φτερά και νύχια θρέφει
Με τα σπλάχνα του Ιταλού.

27.
Και σ’ εσέ καταγυρμένος,
Γιατί πάντα σε μισεί,
Έκρωζ’ έκρωζε ο σκασμένος,
Να σε βλάψη, αν ημπορή.

28.
Άλλο εσύ δεν συλλογιέσαι
Πάρεξ που θα πρωτοπάς
Δεν μιλείς και δεν κουνιέσαι
Στες βρισιές οπού αγρικάς.

29.

Σαν τον βράχον οπού αφήνει
Κάθε ακάθαρτο νερό
Εις τα πόδια του να χύνη
Ευκολόσβηστον αφρό.
Στροφές 30 εως 39

30.
Οπού αφήνει ανεμοζάλη
Και χαλάζι και βροχή
Να του δέρνουν τη μεγάλη,
Την αιώνιαν κορυφή.

31.
Δυστυχιά του, ω δυστυχιά του,
Οποιανού θέλει βρεθεί
Στο μαχαίρι σου αποκάτου
Και σ’ εκείνο αντισταθεί.

32.
Το θηρίο π’ ανανογιέται,
Πως του λείπουν τα μικρά,
Περιορίζεται, πετιέται,
Αίμα ανθρώπινο διψά.

33.
Τρέχει, τρέχει όλα τα δάση,
Τα λαγκάδια, τα βουνά,
Κι όπου φθάση, όπου περάση,
Φρίκη, θάνατος, ερμιά.

34.
Ερμιά, θάνατος και φρίκη
Όπου επέρασες κι εσύ
Ξίφος έξω από τη θήκη
Πλέον ανδρείαν σου προξενεί.

35.
Ιδού εμπρός σου ο τοίχος στέκει
Της αθλίας Τριπολιτσάς
Τώρα τρόμου αστροπελέκι
Να της ρίψης πιθυμάς.

36.
Μεγαλόψυχο το μάτι
Δείχνει, πάντα οπώς νικεί,
Και ας είν’ άρματα γεμάτη
Και πολέμιαν χλαλοή.

37.
Σου προβαίνουνε και τρίζουν
Για να ιδής πως είν’ πολλά
Δεν ακούς που φοβερίζουν
Aνδρες μύριοι και παιδιά;

38.
Λίγα μάτια, λίγα στόματα
Θα σας μείνουνε ανοιχτά
Για να κλαύσετε τα σώματα
Που θε νάβρη η συμφορά.

39.

Κατεβαίνουνε, και ανάφτει
Του πολέμου αναλαμπή.
Το τουφέκι ανάβει, αστράφτει,
Λάμπει, κόφτει το σπαθί.
Στροφές 40 εως 49
40.
Γιατί η μάχη εστάθη ολίγη;
Λίγα τα αίματα γιατί;
Τον εχθρό θωρώ να φύγη
Και στο κάστρο ν’ ανεβή.

41.
Μέτρα… Eίν’ άπειροι οι φευγάτοι,
Οπού φεύγοντας δειλιούν
Τα λαβώματα στην πλάτη
Δέχοντ’, ώστε ν’ ανεβούν.

42.
Εκεί μέσα ακαρτερείτε
Την αφεύγατη φθορά
Να, σας φθάνει, αποκριθήτε
Στις νυκτός τη σκοτεινιά.

43.
Αποκρίνονται, και η μάχη
Έτσι αρχίζει, οπού μακριά
Από ράχη εκεί σε ράχη
Αντιβούιζε φοβερά.

44.
Ακούω κούφια τα τουφέκια,
Ακούω σμίξιμο σπαθιών,
Ακούω ξύλα, ακούω πελέκια,
Ακούω τρίξιμο δοντιών.

45.
Α! Τι νύκτα ήταν εκείνη
Που την τρέμει ο λογισμός;
Aλλος ύπνος δεν εγίνη
Πάρεξ θάνατου πικρός.

46.
Της σκηνής η ώρα, ο τόπος,
Οι κραυγές, η ταραχή,
Ο σκληρόψυχος ο τρόπος
Του πολέμου και οι καπνοί.

47.
Και οι βροντές, και το σκοτάδι,
Οπού αντίσκοφτε η φωτιά,
Επαράσταιναν τον άδη
Που ακαρτέρειε τα σκυλιά.

48.
Τ’ ακαρτέρειε. Εφαίνοντ’ ίσκιοι
Αναρίθμητοι γυμνοί,
Κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,
Βρέφη ακόμη εις το βυζί.

49.
Όλη μαύρη μυρμηγικάζει,
Μαύρη η εντάφια συντροφιά,
Σαν το ρούχο οπού σκεπάζει
Τα κρεβάτια τα στερνά.

Στροφές 50 εως 59
50.

Τόσοι, τόσοι ανταμωμένοι
Επετιούντο από τη γη,
Όσοι είν’ άδικα σφαγμένοι
Από τούρκικην οργή.

51.
Τόσα πέφτουνε τα θέρι
σμένα αστάχια εις τους αγρούς
Σχεδόν όλα εκειά τα μέρη
Εσκεπάζοντο απ’ αυτούς.

52.
Θαμποφέγει κανέν’ άστρο,
Και αναδεύοντο μαζί,
Αναβαίνοντας το κάστρο
Με νεκρώσιμη σιωπή.

53.

Έτσι χάμου εις την πεδιάδα,
Μες στο δάσος το πυκνό,
Όταν στέλνη μίαν αχνάδα
Μισοφέγγαρο χλωμό.

54.
Εάν οι άνεμοι μες στ’ άδεια
Τα κλαδιά μουγκοφυσούν,
Σειούνται, σειούνται τα μαυράδια,
Οπού οι κλώνοι αντικτυπούν.

55.
Με τα μάτια τους γυρεύουν
Όπου είν’ αίματα πηχτά,
Και μες στ’ αίματα χορεύουν
Με βρυχίσματα βραχνά,

56.
Και χορεύοντας μανίζουν
Εις τους Έλληνας κοντά,
Και τα στήθια τους εγγίζουν
Με τα χέρια τα ψυχρά.

57.
Εκειό το έγγισμα πηγαίνει
Βαθιά μες στα σωθικά,
Όθεν όλη η λύπη βγαίνει,
Και άκρα αισθάνονται ασπλαχνιά.

58.
Τότε αυξαίνει του πολέμου
Ο χορός τρομακτικά,
Σαν το σκόρπισμα του ανέμου
Στου πελάου τη μοναξιά.

59.
Κτυπούν όλοι απάνου κάτου
Κάθε κτύπημα που εβγή
Είναι κτύπημα θανάτου,
Χωρίς να δευτερωθεί.
Στροφές 60 εως 69
60.
Κάθε σώμα ιδρώνει, ρέει
Λες και εκείθεν η ψυχή
Απ’ το μίσος που την καίει
Πολεμάει να πεταχθή.

61.
Της καρδίας κτυπίες βροντάνε
Μες στα στήθια τους αργά,
Και τα χέρια οπού χουμάνε
Περισσότερο είν’ γοργά.

62.
Ουρανός γι’αυτούς δεν είναι,
Ουδέ πέλαγο, ουδέ γη
Γι’ αυτούς όλους το παν είναι
Μαζωμένο αντάμα εκεί.

63.

Τόση η μάνητα και η ζάλη,
Που στοχάζεσαι, μη πως
Από μία μεριά και απ’ άλλη
Δεν μείνη ένας ζωντανός.

64.
Κοίτα χέρια απελπισμένα
Πώς θερίζουνε ζωές!
Χάμου πέφτουνε κομμένα
Χέρια, πόδια, κεφαλές,

65.
Και παλάσκες και σπαθία
Με ολοσκόρπιστα μυαλά,
Και με ολόσχιστα κρανία
Σωθικά λαχταριστά.

66.
Προσοχή καμία δεν κάνει
Κανείς, όχι εις τη σφαγή
Πάνε πάντα εμπρός. Ω! Φθάνει,
Φθάνει, έως πότε οι σκοτωμοί;

67.
Ποίος αφήνει εκεί τον τόπο,
Πάρεξ όταν ξαπλωθή;
Δεν αισθάνονται τον κόπο
Και λες κι’ είναι εις την αρχή.

68.
Ολιγόστευαν οι σκύλοι,
Και Αλλά εφώναζαν, Αλλά
Και των Χριστιανών τα χείλη
Φωτιά εφώναζαν, φωτιά.

69.
Λεονταρόψυχα εκτυπιούντο,
Πάντα εφώναζαν φωτιά,
Και οι μιαροί κατασκορπιούντο,
Πάντα σκούζοντας Αλλά.
Στροφές 70 εως 79

70.
Παντού φόβος και τρομάρα
Και φωνές και στεναγμοί
Παντού κλάψα, παντού αντάρα,
Και παντού ξεψυχισμοί.

71.
Ήταν τόσοι! Πλέον το βόλι
Εις τ’ αυτιά δεν του λαλεί.
Όλοι χάμου εκτίτοντ’ όλοι
Εις την τέταρτη αυγή.

72.
Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη
Και κυλάει στη λαγκαδιά,
Και το αθώο χόρτο πίνει
Αίμα αντίς για τη δροσιά.

73.
Της αυγής δροσάτι αέρι,
Δεν φυσάς τώρα εσύ πλιό
Στων ψευδόπιστων το αστέρι
Φύσα, φύσα εις το ΣΤΑΥΡΟ.

74.

Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη
Των Ελλήνων τα ιερά,
Και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

75.
Της Κορίνθου ιδού και οι κάμποι
Δεν λάμπ’ ήλιος μοναχά
Εις τους πλάτανους, δεν λάμπει
Εις τ’ αμπέλια, εις τα νερά.

76.
Εις τον ήσυχον αιθέρα
Τώρα αθώα δεν αντηχεί
Τα λαλήματα η φλογέρα,
Τα βελάσματα το αρνί.

77.
Τρέχουν άρματα χιλιάδες
Σαν το κύμα εις το γιαλό
Αλλ’ οι ανδρείοι παλληκαράδες
Δεν ψηφούν τον αριθμό.

78.
Ω τρακόσιοι! Σηκωθείτε
Και ξανάλθετε σ’ εμάς
Τα παιδιά σας θέλ’ ιδείτε
Πόσο μοιάζουνε με σας.

79.
Όλοι εκείνοι τα φοβούνται
Και με πάτημα τυφλό
Εις την Κόρινθο αποκλειούνται
Κι’ όλοι χάνουνται απ’ εδώ.
Στροφές 80 εως 89
80.

Στέλνει ο άγγελος του ολέθρου
Πείναν και Θανατικό
Που με σχήμα ενός σκελέθρου
Περπατούν αντάμα οι δύο.

81.

Και πεσμένα εις τα χορτάρια
Απεθαίνανε παντού
Τα θλιμμένα απομεινάρια
Της φυγής και του χαμού.

82.
Κι εσύ αθάνατη, εσύ θεία,
Που ό,τι θέλεις ημπορείς,
Εις τον κάμπο, Ελευθερία,
Ματωμένη περπατείς.

83.
Στη σκιά χεροπιασμένες,
Στη σκιά βλέπω κι’ εγώ
Κρινοδάκτυλες παρθένες
Οπού κάνουνε χορό.

84.

Στο χορό γλυκογυρίζουν
Ωραία μάτια ερωτικά,
Και εις την αύρα κυματίζουν
Μαύρα, ολόχρυσα μαλλιά.

85.
Η ψυχή μου αναγαλλιάζει
Πώς ο κόρφος καθεμιάς
Γλυκοβύζαστο ετοιμάζει
Γάλα ανδρείας και ελευθεριάς.

86.
Μες στα χόρτα, τα λουλούδια,
Το ποτήρι δεν βαστώ
Φιλελεύθερα τραγούδια
Σαν τον Πίνδαρο εκφωνώ.

87.
Απ’τα κόκαλα βγαλμένη
Των Ελλήνων τα ιερά,
Και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

88.
Πήγες εις το Μεσολόγγι
Την ημέρα του Χριστού,
Μέρα που άνθισαν οι λόγγοι
Για το τέκνο του Θεού.

89.
Σούλθε εμπρός λαμποκοπώντας
Η Θρησκεία μ’ ένα σταυρό,
Και το δάκτυλο κινώντας
Οπού ανεί τον ουρανό.
Στροφές 90 εως 99
90.
Σ’αυτό, εφώναξε, το χώμα
Στάσου ολόρθη, Ελευθεριά
Και φιλώντας σου στο στόμα
Μπαίνει μες στην εκκλησιά.

91.
Εις την τράπεζα σιμώνει
Και το σύγνεφο το αχνό
Γύρω γύρω της πυκνώνει
Που σκορπάει το θυμιατό.

92.
Αγρικάει την ψαλμωδία
Οπού εδίδαξεν αυτή
Βλέπει τη φωταγωγία
Στους Αγίους εμπρό χυτή.

93.
Ποιοι είν’ αυτοί που πλησιάζουν
Με πολλή ποδοβολή,
Κι’ άρματ’, άρματα ταράζουν;
Επετάχτηκες εσύ.

94.

Α! Το φως που σε στολίζει,
Σαν ηλίου φεγγοβολή,
Και μακρόθεν σπινθηρίζει,
Δεν είναι, όχι, από τη γη.

95.

Λάμψιν έχει όλη φλογώδη
Χείλος, μέτωπο, οφθαλμός
Φως το χέρι, φως το πόδι
Κι’ όλα γύρω σου είναι φως.

96.
Το σπαθί σου αντισηκώνεις,
Τρία πατήματα πατάς,
Σαν τον πύργο μεγαλώνεις,
Και εις το τέταρτο κτυπάς.

97.
Με φωνή που καταπείθει
Προχωρώντας ομιλείς
Σήμερ’, άπιστοι, εγεννήθη
Ναι, του κόσμου ο Λυτρωτής.

98.
Αυτός λέγει... Αφοκρασθήτε:
Εγώ είμ’ Άλφα, Ωμέγα εγώ
Πέστε, που θ’ αποκρυφθήτε
Εσείς όλοι, αν οργισθώ;

99.
Φλόγα ακοίμητην σας βρέχω,
Που μ’ αυτήν αν συγκριθή
Κείνη η κάτω οπού σας έχω
Σαν δροσιά θέλει βρεθή.

Στροφές 100 εως 109
100.
Κατατρώγει, ωσάν τη σχίζα,
Τόπους άμετρα υψηλούς,
Χώρες, όρη από τη ρίζα,
Ζώα και δένδρα και θνητούς.

101.
Και το πάν το κατακαίει,
Και δεν σώζεται πνοή,
Πάρεξ του άνεμου που πνέει
Μες στη στάχτη τη λεπτή.

102.
Κάποιος ήθελε ερωτήσει:
Του θυμού του είσαι αδελφή;
Ποιός είν’ άξιος να νικήσει,
Ή με σε να μετρηθεί;

103.
Η γη αισθάνεται την τόση
Του χεριού σου ανδραγαθιά,
Που όλην θέλει θανατώσει
Τη μισόχριστη σπορά.

104.
Την αισθάνονται, και αφρίζουν
Τα νερά, και τ’ αγρικώ
Δυνατά να μουρμουρίζουν
Σαν να ρυάζετο θηριό.

105.

Κακορίζικοι, πού πάτε
Του Αχελώου μες στη ροή,
Κι επιδέξια πολεμάτε
Από την καταδρομή.

106.
Να αποφύγετε! Το κύμα
Έγινε όλο φουσκωτό
Εκεί ευρήκατε το μνήμα
Πριν να ευρήτε αφανισμό.

107.
Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει
Κάθε λάρυγγας εχθρού,
Και το ρεύμα γαργαρίζει
Τες βασφήμιες του θυμού.

108.
Σφαλερά τετραποδίζουν
Πλήθος άλογα, και ορθά
Τρομασμένα χλιμιτρίζουν
Και πατούν εις τα κορμιά.

109.
Ποίος στον σύντροφον απλώνει
Χέρι, ωσάν να βοηθηθή
Ποίος τη σάρκα του δαγκώνει
Όσο οπού να νεκρωθή.

Στροφές 110 εως 119
110.
Κεφαλές απελπισμένες,
Με τα μάτια πεταχτά,
Κατά τ’άστρα σηκωμένες
Για την ύστερη φορά.

111.

Σβιέται -αυξαίνοντας η πρώτη
Του Αχελώου νεροσυρμή-
Το χλιμίτρισμα, και οι κρότοι,
Και του ανθρώπου οι γογγυσμοί.

112.
Έτσι ν’ άκουα να βουίξη
Τον βαθύν Ωκεανό,
Και στο κύμα του να πνίξη
Κάθε σπέρμα Αγαρηνό.

113.
Και εκεί πού 'ναι η Αγία Σοφία,
Μες στους λόφους τους επτά,
Όλα τ’άψυχα κορμία
Βραχοσύντριφτα, γυμνά.

114.
Σωριασμένα να τα σπρώξη
Η κατάρα του Θεού,
Κι απ’ εκεί να τα μαζώξη
Ο αδελφός του Φεγγαριού.

115.
Κάθε πέτρα μνήμα ας γένη,
Και η θρησκεία κι’ η Ελευθεριά
Μ’ αργοπάτημα ας πηγαίνει
Μεταξύ τους, και ας μετρά.

116.
Ένα λείψανο ανεβαίνει
Τεντωτό, πιστομητό,
Κι’ άλλο ξάφνου κατεβαίνει
Και δεν φαίνεται και πλιό.

117.
Και χειρότερα αγριεύει
Και φουσκώνει ο ποταμός
Πάντα πάντα περισσεύει
Πολυφλοίσβισμα και αφρός.

118.
Α! Γιατί δεν έχω τώρα
Τη φωνή του Μωυσή;
Μεγαλόφωνα, την ώρα
Οπού εσβηούντο οι μισητοί.

119.
Τον Θεόν ευχαριστούσε
Στου πελάου τη λύσσα εμπρός,
Και τα λόγια ηχολογούσε
Αναρίθμητος λαός.
Στροφές 120 εως 129
120.
Ακλουθάει την αρμονία
Η αδελφή του Ααρών,
Η προφήτισσα Μαρία,
Μ’ ένα τύμπανο τερπνόν.

121.
Και πηδούν όλες οι κόρες
Με τις αγάλες ανοικτές,
Τραγουδώντας, ανθοφόρες,
Με τα τύμπανα τερπνόν.

122.
Σε γνωρίζω από την κόψη
Του σπαθιού την τρομερή,
Σε γνωρίζω από την όψη
Που με βιά μετράει τη γη.

123.
Εις αυτήν, είν’ ξανουσμένο,
Δεν νικιέσαι εσύ ποτέ
Όμως, όχι, δεν είν’ ξένο
Και το πέλαγο για σε.

124.
Το στοιχείον αυτό ξαπλώνει
Κύματ’ άπειρα εις τη γη,
Με τα οποία την περιζώνει,
Κι’ είναι εικόνα σου λαμπρή.

125.
Με βρυχίσματα σαλεύει
Που τρομάζει η ακοή
Κάθε ξύλο κινδυνεύει
Και λιμιώνα αναζητεί.

126.
Φαίνετ’ έπειτα η γαλήνη
Και το λάμψιμο του ηλιού,
Και τα χρώματα αναδίνει
Του γλαυκότατου ουρανού.

127.
Δεν νικιέσαι, είν’ ξακουσμένο,
Στην ξηρά εσύ ποτέ
Όμως, όχι, δεν είν’ ξένο
Και το πέλαγο για σε.
128.

Περνούν άπειρα τα ξάρτια,
Και σαν λόγγος στριμωχτά
Τα τρεχούμενα κατάρτια,
Τα ολοφούσκωτα πανιά.

129.
Συ τες δύναμές σου σπρώχνεις,
Και αγκαλά δεν είν’ πολλές,
Πολεμώντας, αλλά διώχνεις,
Aλλα παίρνεις, αλλά καις.
Στροφές 130 εως 139

130.

Με επιθύμια να τηράζεις
Δύο μεγάλα σε θωρώ,
Και θανάσιμον τινάζεις
Εναντίον τους κεραυνό.

131.
Πιάνει, αυξάνει, κοκκινίζει,
Και σηκώνει μια βροντή,
Και το πέλαο χρωματίζει
Με αιματόχροη βαφή.

132.
Πνίγοντ’ όλοι οι πολεμάρχοι
Και δεν μνέσκει ένα κορμί
Χάρου, σκιά του Πατριάρχη,
Που σ’ επέταξαν εκεί.

133.
Εκρυφόσμιγαν οι φίλοι
Με τς εχθρούς τους τη Λαμπρή,
Και τους έτρεμαν τα χείλη
Δίνοντάς τα εις το φιλί.

134.
Κειές τες δάφνες που εσκορπίστε
Τώρα πλέον δεν τες πατεί,
Και το χέρι οπού εφιλήστε
Πλέον, α! Πλέον δεν ευλογεί.

135.

Όλοι κλαύστε. Αποθαμένος
Ο αρχηγός της Εκκλησιάς
Κλαύστε, κλαύστε κρεμασμένος
Ωσάν νάτανε φονιάς.

136.
Έχει ολάνοικτο το στόμα
Π’ ώρες πρώτα είχε γευθή
Τ’ Aγιον Αίμα, τ’ Aγιον Σώμα
Λες πως θε να ξαναβγή.

137.
Η κατάρα που είχε αφήσει
Λίγο πριν να αδικηθεί
Εις οποίον δεν πολεμήσει
Και ημπορεί να πολεμεί.

138.
Την ακούω, βροντάει, δεν παύει
Εις το πέλαγο, εις τη γη,
Και μουγκρίζοντας ανάβει
Την αιώνιαν αστραπή.

139.

Η καρδιά συχνοσπαράζει...
Πλην τι βλέπω; Σοβαρά
Να σωπάσω με προστάζει
Με το δάκτυλο η θεά.

Στροφές 140 εως 149

140.
Κοιτάει γύρω εις την Ευρώπη
Τρεις φορές μ’ανησυχιά
Προσηλώνεται κατόπι
Στην Ελλάδα, και αρχινά:

141.
Παλληκάρια μου! Οι πολέμιοι
Για σας όλοι είναι χαρά,
και το γόνα σας δεν τρέμει
Στους κινδύνους εμπροστά..

142.
Από εσάς απομακραίνει
Κάθε δύναμη εχθρική
Αλλά ανίκητη μια μένει
Που τες δάφνες σας μαδεί.

143.
Μία, που όταν ωσάν λύκοι
Ξαναρχόστενε ζεστοί,
Κουραμένοι από τη νίκη,
Αχ! Τον νουν σας τυραννεί.

144.

Η Διχόνοια που βαστάει
Ενα σκήπτρο η δολερή
Καθενός χαμογελάει,
Πάρ’ το, λέγοντας, κι εσύ.

145.
Κειό το σκήπτρο που σας δείχνει
Έχει αλήθεια ωραία θωριά
Μην το πιάστε, γιατί ρίχνει
Εισέ δάκρυα θλιβερά.

146.
Από στόμα οπού φθονάει,
Παλληκάρια, ας μην ‘πωθεί,
Πως το χέρι σας κτυπάει
Του αδελφού την κεφαλή.

147.
Μην ειπούν στο στοχασμό τους
Τα ξένα έθνη αληθινά:
Εάν μισούνται ανάμεσό τους
Δεν τους πρέπει ελευθεριά.

148.
Τέτοια αφήστενε φροντίδα
Όλο το αίμα οπού χυθεί
Για θρησκεία και για πατρίδα
Όμοιαν έχει την τιμή.

149.
Στο αίμα αυτό, που δεν πονείτε
Για πατρίδα, για θρησκειά,
Σας ορκίζω, αγκαλιασθείτε
Σαν αδέλφια γκαρδιακά..
Στροφές 150 εως 158

150.
Πόσον λείπει, στοχασθείτε,
Πόσο ακόμη να παρθεί
Πάντα η νίκη, αν ενωθείτε,
Πάντα εσάς θ’ ακολουθεί.

151.

Ω ακουσμένοι εις την ανδρεία!...
Καταστήστε ένα σταυρό,
Και φωνάξετε με μία:
Βασιλείς, κοιτάξτε εδώ.

152.
Το σημείον που προσκυνάτε
Είναι τούτο, και γι’αυτό
Ματωμένους μας κοιτάτε
Στον αγώνα το σκληρό.

153.

Ακατάπαυστα το βρίζουν
Τα σκυλιά και το πατούν
Και τα τέκνα του αφανίζουν
Και την πίστη αναγελούν.

154.

Εξ αιτίας του εσπάρθη, εχάθη
Αίμα αθώο χριστιανικό,
Που φωνάζει από τα βάθη
Της νυκτός: Να’ κδικηθώ.

155.

Δεν ακούτε, εσείς εικόνες
Του Θεού, τέτοια φωνή;
Τώρα επέρασαν αιώνες
Και δεν έπαυσε στιγμή.

156.
Δεν ακούτε; Εις κάθε μέρος
Σαν του Αβέλ καταβοά
Δεν είν’ φύσημα του αέρος
Που σφυρίζει εις τα μαλλιά.

157.
Τι θα κάμετε; Θ’ αφήστε
Να αποκτήσωμεν εμείς
Λευθερίαν, ή θα την λύστε
Εξ αιτίας Πολιτικής;

158.
Tούτο αν ίσως μελετάτε,
Ιδού, εμπρός σας τον Σταυρό
Βασιλείς! Ελάτε, ελάτε..
Και κτυπήσετε και εδώ.
"

ΓΙΝΕΤΕ ΜΕΛΗ ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΗΜΗ ΣΕΛΙΔΑ ΤΩΝ ΤΣΕΚΟΥΡΑΤΩΝ ΣΤΟ FACEBOOK
ΓΙΝΕΤΕ ΜΕΛΗ ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΗΜΗ ΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΣΤΟ FACEBOOK
ΓΙΝΕΤΕ ΜΕΛΗ ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΗΜΗ ΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΣΤΟ FACEBOOK ΤΟ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ONLINE ΠΑΙΧΝΙΔΙ. ΕΛΑ ΣΤΗΝ ΟΜΑΔΑ ΜΑΣ
read more

Ένα «ΟΧΙ» που ίσως άλλαξε την ιστορία...

Όλοι μας από μικρή ηλικία γνωρίζουμε πως το Έπος του 40 η πολεμική σύγκρουση της χώρας μας με την Ιταλία, που διήρκεσε από τις 28 Οκτωβρίου 1940 μέχρι τις 23 Απριλίου 1941, αποτέλεσε παράδειγμα αντίστασης των λαών ενάντια στα σχέδια του Φασιστικού Άξονα.

Αυτό που ίσως ξεχνάμε, είναι ότι αυτό το έπος, μπορεί να αποτέλεσε το κομβικό σημείο που άλλαξε την ιστορία της σύγχρονης Ευρώπης.


Ο Ιωάννης Μεταξάς
Ο Ιωάννης Μεταξάς
Η κήρυξη του πολέμου από πολλούς ιστορικούς θεωρείται κίνηση αναμενόμενη με βάση την επεκτατική πολιτική του φασιστικού καθεστώτος που είχε εγκαθιδρύσει στην Ιταλία ο Μπενίτο Μουσολίνι. Στα μέσα του 1940, ο Μουσολίνι, ακολουθώντας τα βήματα του προτύπου του Αδόλφου Χίτλερ, θέλησε να αποδείξει στους Γερμανούς συμμάχους του ότι η Ιταλία είναι ικανή ανάλογων στρατιωτικών επιτυχιών. Η Ιταλία από την άνοιξη του 1939 είχε κατακτήσει την Αλβανία και πολλές βρετανικές βάσεις στην Αφρική, αλλά καμία από αυτές δεν ήταν επιτυχίες ικανές να θεωρηθούν ανάλογες αυτών της ναζιστικής Γερμανίας.

Παράλληλα ο Μουσολίνι στόχευε να ισχυροποιήσει τα συμφέροντα της Ιταλίας στα Βαλκάνια, συμφέροντα που ένοιωθε ότι απειλούνταν από τη γερμανική πολιτική που είχε ήδη υπό την σκέπη της τη Ρουμανία, που είχε δεχθεί την γερμανική προστασία για τα πετρελαϊκά της κοιτάσματα.


Έτσι τις πρώτες πρωινές ώρες της 28ης Οκτωβρίου του 1940, ο Ιταλός Πρέσβης στην Αθήνα, Εμανουέλε Γκράτσι επέδωσε ιδιόχειρα στον Ιωάννη Μεταξά, τελεσίγραφο, με το οποίο απαιτούσε την ελεύθερη διέλευση του Ιταλικού στρατού από την Ελληνοαλβανική μεθόριο, προκειμένου στη συνέχεια να καταλάβει κάποια στρατηγικά σημεία του Ελληνικού Βασιλείου, (λιμένες, αεροδρόμια κλπ.), για τις ανάγκες ανεφοδιασμού και άλλων διευκολύνσεών του για τη μετέπειτα προώθησή του στην Αφρική. Το περίφημο «όχι» που έλαβαν σαν απάντηση από τον Μεταξά ανάγκασε τους Ιταλούς να ξεκινήσουν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις εισβολής στην Ελλάδα.


Οι Ελληνοϊταλικές σχέσεις στις αρχές του 20ου αιώνα


Κοιτώντας πίσω στο χρόνο, είναι εύκολο κάποιος να συνειδητοποιήσει ότι η Ιταλία υπήρξε μία από τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής, και προσπαθούσε να αποκτήσει ηγεμονικό ρόλο στη Μεσόγειο. Επίσης δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το καθεστώς Μουσολίνι είχε την πρόθεση να δημιουργήσει μια νέα «Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία», η οποία φυσικά θα περιελάμβανε και την Ελλάδα.


Από τις αρχές του αιώνα, τα ελληνικά και τα ιταλικά συμφέροντα συγκρούονταν, τόσο στην Αλβανία, με το
θέμα της Βορείου Ηπείρου, όσο και στα Δωδεκάνησα, τα οποία αποτελούσαν μέρος της ιταλικής επικράτειας.

Η Αλβανία από τη δημιουργία της αποτελούσε ένα προτεκτοράτο στην επιρροή της Ιταλίας, έναντι του οποίου η Ελλάδα προέβαλε το θέμα των εδαφών της Βορείου Ηπείρου (Νότιας Αλβανίας), τα οποία δεν είχε καταφέρει να αποκτήσει στο πλαίσιο της Μεγάλης Ιδέας, παρά την ύπαρξη εκεί συμπαγούς ελληνικού πληθυσμού. Ταυτόχρονα, η Ιταλία είχε υπό την κατοχή της τα Δωδεκάνησα από το τέλος του ιταλό-τουρκικού πολέμου, το 1912, και παρόλο που το 1919 είχε υποσχεθεί την παραχώρησή τους στην Ελλάδα (συμφωνία Βενιζέλου - Τιττόνι), εντούτοις αργότερα υπαναχώρησε από την υπόσχεση αυτή.


Τα μικροεπεισόδια μεταξύ των στρατευμάτων των δύο κρατών δεν έλειπαν, είχαν σημειωθεί και μετά τη Συνθήκη των Σεβρών, όταν μέρος της Μικράς Ασίας περί την πόλη της Σμύρνης είχε αποδοθεί στην Ελλάδα, ενώ ιταλικές δυνάμεις φέρονται να βοηθούσαν τους Τούρκους εθνικιστές στον αγώνα τους κατά της ελληνικής κατοχής των εδαφών αυτών. Εκτός όλων αυτών, η φασιστική Κυβέρνηση Μουσολίνι χρησιμοποίησε το συμβάν της δολοφονίας ενός Ιταλού στρατιωτικού στα ελληνο-αλβανικά σύνορα για να βομβαρδίσει και να καταλάβει την Κέρκυρα, το μεγαλύτερο από τα Ιόνια νησιά. Ας μην ξεχνάμε πως τα Ιόνια νησιά αποτελούσαν άλλοτε (ως το 1797) βενετική κτήση και παρέμεναν ακόμη στόχος του ιταλικού ιμπεριαλισμού.


Οι εξελίξεις που οδήγησαν στην Ιταλική Εισβολή


Στις 7 Απριλίου 1939 οι Ιταλικές δυνάμεις κατέλαβαν την Αλβανία. Με την κατάληψη αυτή η Ιταλία απέκτησε κοινά χερσαία σύνορα με την Ελλάδα. Η κατάληψη της Αλβανίας οδήγησε 2 από τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής, το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γαλλία, να λάβουν θέση και να εγγυηθούν για την εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας.


Ο Μεταξάς παρά την ιδεολογική του συγγένεια με το φασισμό και το ναζισμό, κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια για να κρατήσει την Ελλάδα σε ένα ουδέτερο «έδαφος». Η προσπάθεια αυτή δεν σημαίνει ότι η Ελληνική διπλωματία βρισκόταν σε εφησυχασμό. Από τις αρχές του 1939 οι Έλληνες διπλωμάτες συγκέντρωναν πληροφορίες για τις προθέσεις των Ιταλών και των Γερμανών για τα Βαλκάνια.

Έτσι το καλοκαίρι του 1939 έγιναν γνωστά τα σχέδια του 'Σιδηρού Συμφώνου' Ιταλίας - Γερμανίας για την Ελλάδα. Πρόθεση τους, ήταν η κατάληψη και ο διαχωρισμός της χώρας: το ανατολικό τμήμα η Γερμανία το προόριζε σαν δώρο στην Βουλγαρία, με την προϋπόθεση ότι θα της επέτρεπε την ελεύθερη διάβαση στο Αιγαίο, και το Δυτικό στην Αλβανία η οποία θα χρησιμοποιούταν απ τους Ιταλούς σαν κατοχική αστυνομική δύναμη. Με όλα αυτά τα δεδομένα στα χέρια του ο Μεταξάς αποφάσισε να στραφεί ολοκληρωτικά προς το Αγγλικό στρατόπεδο, μια κατάσταση που ούτως η άλλως ήθελε και ο αγγλόφιλος Βασιλιάς Γεώργιος Β.


Την ίδια περίοδο ο Χίτλερ, με προσωπικές του διπλωματικές κινήσεις από τις οποίες με διάφορους τρόπους είχε αποκλείσει την Ιταλία, εξασφάλισε την συμμαχία της Ουγγαρίας , της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας. Στο μυαλό του Μουσολίνι τα ρουμανικά πετρέλαια θεωρούνταν το δικό του μελλοντικό λάφυρο στα Βαλκάνια, και οι επαφές του Χίτλερ και οι εξελίξεις του προκάλεσαν έντονο εκνευρισμό. Έτσι αποφάσισε να ετοιμάσει τις δικές του κινήσεις και παίρνει την απόφαση να επέμβει στα Βαλκάνια.


Την 1η Σεπτεμβρίου 1939 ο Χίτλερ επιτίθεται στην Πολωνία, μία κίνηση που ήταν χαρακτηριστική των προθέσεων και των επιδιώξεων του για τα ανατολικά. Το γεγονός του ότι όλα τα μάθαινε εκ των υστέρων και όχι σαν σύμμαχος με την Γερμανία, εξόργισε τον Μουσολίνι. Τον Οκτώβριο του 1940 ο Χίτλερ συνεχίζει το σχέδιο του για την ανατολική Ευρώπη και καταλαμβάνει τις πετρελαιοπηγές της Πραχόβας της Ρουμανίας. Η νέα αυτή κίνηση των Γερμανών χωρίς να τον πληροφορήσουν εκνεύρισε για ακόμη μία φορά τον Μουσολίνι, ο οποίος το θεώρησε ως «επέμβαση» των συμμάχων του Γερμανών στη νοτιο-ανατολική Ευρώπη, μια περιοχή που ο ίδιος θεωρούσε ότι άνηκε στη σφαίρα επιρροής της Ιταλίας.


Σε μία προσπάθεια του να αντιδράσει στην κατάσταση που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται, συγκαλεί άμεσα σύσκεψη στη Ρώμη για να συζητηθεί η εισβολή στην Ελλάδα. Κατά τη διάρκεια της σύσκεψης αυτής ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, στρατηγός Πιέτρο Μπαντόλιο, προέβαλλε σοβαρές αντιρρήσεις, τονίζοντας πως για μια τέτοια επιχείρηση καλό θα ήταν να συγκεντρωθεί δύναμη τουλάχιστον 20 μεραρχιών πριν την εισβολή.


Όμως, ο Διοικητής των δυνάμεων στην Αλβανία, Σεμπαστιάνο Βισκόντι Πράσκα, υποστήριξε ότι μόνο 3
Στα ελληνοαλβανικά σύνορα
Στα ελληνοαλβανικά σύνορα
μεραρχίες αρκούσαν, και αυτές μάλιστα αφού θα έχει ήδη ολοκληρωθεί η πρώτη φάση του σχεδίου, δηλαδή η κατάληψη της Ηπείρου. Οι αξιωματικοί βεβαίωσαν τον Μουσολίνι ότι ο πόλεμος προς την Ελλάδα θα ήταν μια υπόθεση δύο εβδομάδων. Ο Υπουργός Εξωτερικών Γκαλεάτσο Τσιάνο, υποστήριξε ότι θα μπορέσουν να βασιστούν και στην υποστήριξη προσωπικοτήτων της Ελλάδας, οι οποίοι θα εξαγοράζονταν εύκολα, ανέλαβε να βρει μια αιτία πολέμου.

Στο εσωτερικό της Ιταλίας είχαν δημιουργηθεί μηχανισμοί οι οποίοι εξυπηρετούσαν προπαγανδιστικές επιχειρήσεις κατά της Ελλάδας, ενώ ταυτόχρονα είχε μπει σε εφαρμογή σχέδιο προκλητικών ενεργειών εις βάρος της Ελλάδας, με αποκορύφωμα τον τορπιλισμό και βύθιση του καταδρομικού Έλλη στο λιμάνι της Τήνου, κατά τη διάρκεια του εορτασμού του Δεκαπενταύγουστου από ιταλικό υποβρύχιο. Παρά την αδιαμφισβήτητη ενοχή των Ιταλών, η Ελληνική Κυβέρνηση σε μία προσπάθεια να διατηρήσει την ουδετερότητα της, ανακοίνωσε ότι το πλοίο βυθίστηκε από πλοίο «αγνώστου εθνικότητας». Ανακοίνωση όμως που δεν έπεισε τον Ελληνικό λαό που είχε αρχίσει ήδη να υποψιάζεται τους πραγματικούς ενόχους.


Το ιταλικό τελεσίγραφο

Οχυρωματικές εργασίες από τον Ε.Σ στην γραμμή Ελαίας-Καλαμά, Μάρτιος 1939
Οχυρωματικές εργασίες από τον Ε.Σ στην γραμμή Ελαίας-Καλαμά, Μάρτιος 1939
Ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940, ο Ιταλός πρέσβης στην Αθήνα, Εμανουέλε Γκράτσι, χτυπάει την πόρτα της οικίας του Ιωάννη Μεταξά με σκοπό να του επιδώσει τελεσίγραφο του Μουσολίνι. Με αυτό, ο Ντούτσε ζητούσε να επιτραπεί η ελεύθερη διέλευση ιταλικών στρατευμάτων, τα οποία θα κατελάμβαναν απροσδιόριστα «στρατηγικά σημεία» εντός της ελληνικής επικράτειας.

Ο Μεταξάς αρνήθηκε το τελεσίγραφο με τα λόγια: «Alors, c'est la guerre» (γαλλικά:«Λοιπόν, έχουμε πόλεμο»). Η απάντηση στο ιταλικό τελεσίγραφο θεωρείται από αρκετούς ιστορικούς αποτέλεσμα πίεσης της κοινής γνώμης, κατ' άλλους προσωπική ενέργεια και απόφαση. Σύγχρονοι ιστορικοί πιστεύουν ότι η απόφαση του Μεταξά ήταν αποτέλεσμα της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης, αφού η Ελλάδα προετοιμαζόταν χρόνια για επικείμενη επίθεση εχθρικών δυνάμεων.


Εντός ολίγων ωρών, ξεκίνησε η ιταλική επίθεση, ενώ ο Μεταξάς απηύθυνε διάγγελμα προς τον ελληνικό λαό. Κατόπιν αυτού, ο λαός ξεχύθηκε στους δρόμους τραγουδώντας πατριωτικά τραγούδια και αντι-ιταλικά συνθήματα, ενώ εκατοντάδες εθελοντές σε ολόκληρη την επικράτεια, άνδρες και γυναίκες, έσπευδαν στα στρατολογικά γραφεία για να καταταγούν. Ολόκληρο το έθνος ενώθηκε ενάντια στην ιταλική επιθετικότητα.


Η ιταλική επίθεση και η ελληνική αντεπίθεση


Οι Ιταλοί επιτέθηκαν το πρωί της 28ης Οκτωβρίου. Οι Ιταλικές δυνάμεις συνάντησαν σημαντικές δυσκολίες στην προώθηση τους λόγω των καταστροφών στο οδικό δίκτυο και στις γέφυρες και των συνεχών βροχοπτώσεων που είχαν μετατρέψει τις ημιονικές οδούς σε βούρκο και τα ρυάκια σε ορμητικούς χειμάρρους.


Ο Ελληνικός Στρατός με ηγέτες τον Αρχιστράτηγο Αλέξανδρο Παπάγο, τον υποστράτηγο Χαράλαμπο
Γερμανοί αλεξιπτωτιστές στην Κρήτη το 1941
Γερμανοί αλεξιπτωτιστές στην Κρήτη το 1941
Κατσιμήτρο, τον συνταγματάρχη Κωνσταντίνο Δαβάκη και πολλούς Έλληνες αξιωματικούς που ήταν βετεράνοι μιας δεκαετίας συνεχών, πολεμικών συγκρούσεων (Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-13, Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Μικρασιατική Εκστρατεία 1919-22), κατάφερε να αποκρούσει τα κύματα των Ιταλικών επιθέσεων και να αντεπιτεθεί αναγκάζοντας τους Ιταλούς σε υποχώρηση με αποτέλεσμα μέχρι τα μέσα Δεκεμβρίου 1940, σχεδόν το ένα τέταρτο του εδάφους της Αλβανίας να είχε καταληφθεί από τους Έλληνες.

Οι Ιταλοί θέλοντας να πετύχουν μια νίκη στο αλβανικό μέτωπο πριν την επιβεβλημένη, πλέον, γερμανική εμπλοκή, συγκέντρωσαν τις δυνάμεις τους για μια νέα επίθεση με την κωδική ονομασία «Primavera» (Άνοιξη). Συγκέντρωσαν δεκαεπτά μεραρχίες έναντι των δεκατριών ελληνικών και υπό την επίβλεψη του Μουσολίνι προσωπικά, επιτέθηκαν ενάντια στο στενό της Κλεισούρας. Η επίθεση διήρκεσε από τις 9 ως τις 20 Μαρτίου, αλλά απέτυχε να απωθήσει τους Έλληνες, κερδίζοντας περιορισμένες μόνο περιοχές στην περιοχή της Χειμάρρας. Έκτοτε και μέχρι τη γερμανική επίθεση στις 6 Απριλίου, οι επιχειρήσεις αποκλιμακώθηκαν. Η σημαντικότερη μάχη της 'εαρινής επίθεσης' ήταν η μάχη του υψώματος 731.


Η Γερμανική εισβολή του 1941


Στις 6 Απριλίου, οι Ιταλοί ξεκίνησαν εκ νέου την επίθεσή τους στην Αλβανία, μαζί με την επιχείρηση «Μαρίτα» των Γερμανών. Οι αρχικές επιθέσεις είχαν μικρό αποτέλεσμα, αλλά στις 12 Απριλίου το ελληνικό Γενικό Επιτελείο, θορυβημένο από την ταχύτατη προέλαση των Γερμανών, διέταξε την οπισθοχώρηση από την Αλβανία. Οι Ιταλοί κατέλαβαν την Κορυτσά στις 14 Απριλίου και έφτασαν στις λίμνες Πρέσπες στις 19. Στις 22 Απριλίου έφτασαν στα ελληνο-αλβανικά σύνορα στο χωριό Περάτη και πέρασαν σε ελληνικό έδαφος την επόμενη μέρα.

Εφημερίδα της εποχής αναγγέλει τον πόλεμο
Εφημερίδα της εποχής αναγγέλει τον πόλεμο
Στο μεταξύ, στις 18 Απριλίου το μηχανοκίνητο γερμανικό σύνταγμα Σωματοφυλακή SS «Αδόλφος Χίτλερ» (Leibstandarte 'Adolf Hitler') κάμπτοντας την τοπική αντίσταση, κατέλαβε το πέρασμα του Μετσόβου, αποκόπτοντας έτσι τον Ελληνικό Στρατό Ηπείρου από τα μετόπισθεν.

Την επόμενη μέρα οι Γερμανοί κατέλαβαν τα Ιωάννινα, ολοκληρώνοντας την απομόνωση του ελληνικού στρατού που υποχωρούσε από την Αλβανία. Έχοντας επίγνωση της κρίσιμης κατάστασης, ο αντιστράτηγος Γεώργιος Τσολάκογλου, σε συμφωνία με άλλους στρατηγούς, αλλά χωρίς την εξουσιοδότηση του Στρατάρχη Παπάγου, αντικατέστησε τον Αντιστράτηγο Πιτσίκα και προσέφερε συνθηκολόγηση στον Ζεπ Ντίτριχ (Sepp Dietrich) στις 20 Απριλίου, κυρίως για να αποφύγει ατιμωτική παράδοση στους Ιταλούς.


Οι όροι της παράδοσης θεωρήθηκαν τιμητικοί, καθώς ο ελληνικός στρατός δε θα αιχμαλωτιζόταν, ενώ οι αξιωματικοί θα επιτρεπόταν να διατηρήσουν το ξίφος τους. Ο Μουσολίνι εξοργίστηκε από τη μονομερή αυτή παράδοση και μετά από πολλές διαμαρτυρίες στον Χίτλερ, η τελετή συνθηκολόγησης επαναλήφθηκε στις 23 Απριλίου, για να παρευρεθούν και εκπρόσωποι της ιταλικής πλευράς.


Στις 24 Απριλίου τα ιταλικά στρατεύματα επιτέθηκαν μαζί με τα γερμανικά στην Αττική, κοντά στην Αθήνα, ενώ οι ηττημένοι Βρετανοί ξεκίνησαν την αποχώρησή τους. Παράλληλα, η Βουλγαρία εισέβαλε στην Θράκη και κατέλαβε μια περιοχή γύρω από την Ξάνθη. Στις 3 Μαΐου, μετά την κατάληψη και της Κρήτης, έγινε μια θεαματική ιταλο-γερμανική παρέλαση στην Αθήνα για να εορταστεί η νίκη του Άξονα. Μετά τη νίκη επί της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας, ο Μουσολίνι ξεκίνησε να κομπάζει για τη νέα ιταλική Mare Nostrum («η θάλασσά μας», αναφερόμενος στη Μεσόγειο).


Απολογισμός και Επιπτώσεις


Η πτώση της Κρήτης, παρά την αντίσταση και τον ηρωισμό των Κρητικών, το Μάιο του 1941, αποτελεί το χρονολογικό σημείο κατά το οποίο πλέον ολόκληρη η Ελλάδα βρέθηκε υπό τον έλεγχο των δυνάμεων του Άξονα. Για τα επόμενα τρία χρόνια οι Έλληνες υπέστησαν σκληρή Κατοχή από τις δυνάμεις της Γερμανίας, της Ιταλίας και της Βουλγαρίας. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής υπήρξε εκτεταμένη Αντίσταση, η οποία απελευθέρωσε τις περισσότερες ορεινές περιοχές ως το 1944.


Παρά την τελική νίκη των δυνάμεων του Άξονα κατά της Ελλάδας, η αρχική ελληνική νίκη κατά των Ιταλών
είχε μεγάλη επίπτωση στην πορεία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Η απόκρουση της ιταλικής εισβολής αποτέλεσε τη πρώτη νίκη των Συμμάχων κατά των δυνάμεων του Άξονα και ανύψωσε το ηθικό των λαών στην υπόλοιπη Ευρώπη. Πολλοί ιστορικοί υποστηρίζουν ότι η αναγκαστική γερμανική επέμβαση στα Βαλκάνια επηρέασε την έκβαση ολόκληρου του πολέμου, καθυστέρησε την «επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα», ενώ προκάλεσε απώλειες σε αεροσκάφη και αλεξιπτωτιστές κατά τη Μάχη της Κρήτης. Αναφέρεται επίσης ότι ο Αδόλφος Χίτλερ, σε συνομιλία του με την Λένι Ρίφενσταλ (Leni Riefenstahl), είπε με πικρία ότι «εάν οι Ιταλοί δεν είχαν επιτεθεί στην Ελλάδα και δε χρειάζονταν τη βοήθειά μας, ο πόλεμος θα είχε πάρει διαφορετική τροπή. Θα είχαμε αποφύγει το ρωσικό χειμώνα κατά αρκετές εβδομάδες και θα είχαμε καταλάβει το Λένινγκραντ και τη Μόσχα».
Έλληνες στο Αλβανικό μέτωπο γιορτάζουν την Πρωτοχρονιά του 1941
Έλληνες στο Αλβανικό μέτωπο γιορτάζουν την Πρωτοχρονιά του 1941
Πολύ σημαντικό επίσης ήταν και το ηθικό παράδειγμα. Όλος ο πλανήτης έβλεπε μια μικρή χώρα να σηκώνει το ανάστημα της και όχι μόνο να αντιστέκεται με τόλμη ενάντια στον Άξονα, αλλά να πετυχαίνει και σημαντικές νίκες. Ένα ηθικό παράδειγμα που αποτέλεσε εφαλτήριο άλλων λαών για αντίσταση στην Γερμανική πολεμική μηχανή. Η «ηρωική» αντίσταση των Ελλήνων εκτός του ότι προκάλεσε τον θαυμασμό πολλών Ευρωπαίων με χαρακτηριστικό παράδειγμα το μήνυμα του Γάλλου στρατηγού Ντε Γκωλ για την 25η Μαρτίου, («Στο όνομα του κατεχόμενου, πλην ακόμη ζωντανού γαλλικού λαού, η Γαλλία επιθυμεί να χαιρετίσει τον πόλεμο του ελληνικού λαού για την ελευθερία του. Η 25η Μαρτίου 1941 βρίσκει την Ελλάδα στην κορυφή ενός ηρωικού αγώνα και στην κορυφή της δόξας της.

Η Ελλάδα δεν έχει δει τέτοιο μεγαλείο και τέτοια δόξα, σαν αυτή που σήμερα απολαμβάνει, από τον καιρό της Ναυμαχίας της Σαλαμίνας.») ταυτόχρονα είχε γεννήσει και ανέκδοτα που αποδομούσαν την εικόνα των ηγετών του Άξονα, αποτελώντας οχήματα προπαγάνδας για αντίσταση των λαών της Ευρώπης, μια αντίσταση που ίσως εμπνευσμένη από την Ελληνική προσπάθεια, έπαιξε σημαντικό ρόλο για την έκβαση του πολέμου και κατά συνέπεια την ήττα του Φασισμού.


(Ο Χίτλερ τηλεφωνεί στον Μουσολίνι
):
«Μπενίτο, δεν είσαι ακόμα στην Αθήνα;»
«Δε σε ακούω Αδόλφε»
«Λέω, ακόμα δεν είσαι στην Αθήνα;»
«Δε σε ακούω!! Θα τηλεφωνείς από μακριά. Στο Λονδίνο είσαι;»

(Ανέκδοτο που κυκλοφορούσε στην Κατεχόμενη Γαλλία το χειμώνα 1940-41)



zougla.gr
"

ΓΙΝΕΤΕ ΜΕΛΗ ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΗΜΗ ΣΕΛΙΔΑ ΤΩΝ ΤΣΕΚΟΥΡΑΤΩΝ ΣΤΟ FACEBOOK
ΓΙΝΕΤΕ ΜΕΛΗ ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΗΜΗ ΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΣΤΟ FACEBOOK
ΓΙΝΕΤΕ ΜΕΛΗ ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΗΜΗ ΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΣΤΟ FACEBOOK ΤΟ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ONLINE ΠΑΙΧΝΙΔΙ. ΕΛΑ ΣΤΗΝ ΟΜΑΔΑ ΜΑΣ
read more

Τιμή στον Ελληνικό Στρατό : Το Υψωμα 731


Τον Μάρτιο του 1941

Στον πόλεμο με τους Ιταλούς μια από τις πιο λαμπρές σελίδες της ιστορίας μας, αποτελεί και η ηρωική αντίσταση, η απαράμιλλη γενναιότητα και αυτοθυσία απο το δυτικοθεσσαλικο 5ό σύνταγμα
( Τρικαλινοί - Καρδιτσιώτες ) υπερασπιστών του Υψώματος 731 στην Κλεισούρα που προκάλεσε ...

....θαυμασμό και δέος σε φίλους και εχθρούς.

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ

Χρονικά τα γεγονότα στο ύψωμα 731 κατά τον Ελληνο-Ιταλικό Πόλεμο συνέβησαν στη διάρκεια της λεγόμενης εαρινής αντεπίθεσης των Ιταλών, που έλαβε χώρα κυρίως κατά την περίοδο από 9 έως και 25 Μαρτίου 1941. Το εν λόγω ύψωμα βρίσκεται περί τα 20 χλμ. βόρεια της Κλεισούρας. Ήταν ένα από τα ισχυρότερα ερείσματα, που κατέλαβε ο Ελληνικός Στρατός κατά τους χειμερινούς αγώνες που προηγήθηκαν, κλειδί της όλης τοποθεσίας , στον κεντρικό τομέα της Αλβανίας.

ΣΚΛΗΡΕΣ ΜΑΧΕΣ

Η παραμονή σε Ελληνικά χέρια του υψώματος αυτού καταδίκαζε κάθε προσπάθεια των Ιταλών. Η αρχή της Ιταλικής επίθεσης έγινε νωρίς το πρωί της 9ης Μαρτίου με σφοδρή δράση του πυροβολικού με όλμους και αεροπορικό βομβαρδισμό των Ελληνικών θέσεων. Σε δεκάδες χιλιάδες υπολογίζονται οι οβίδες που έριξε την ημέρα αυτή το Ιταλικό πυροβολικό. Τέτοια ήταν η σφοδρότητα του βομβαρδισμού που στο ύψωμα 731 ανασκάπτονται τα πάντα, το δάσος γρήγορα εξαφανίζεται οι ηρωικοί όμως υπερασπιστές που δυσκολεύονται να αναπνεύσουν από τον καπνό και τις φλόγες παραμένουν ακλόνητοι στις θέσεις τους.

Η ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΤΩΝ ΙΤΑΛΩΝ

Τον βομβαρδισμό ακολουθεί ανεπιτυχής προσπάθεια των Ιταλών να καταλάβουν το ύψωμα. Η αντίσταση των Ελλήνων και η μάχη σώμα με σώμα συνδυασμένη με την αποτελεσματικότητα του πυροβολικού μας επιφέρουν σοβαρές απώλειες στους Ιταλούς που οπισθοχωρούν κατάπληκτοι. Η εικόνα που παρουσιάζεται την ημέρα αυτή είναι φρίκη, δέος, αιματοχυσία. Οι ίδιες τρομερές σκηνές επαναλαμβάνονται πολλές φορές την ημέρα αλλά και τις μέρες που ακολουθούν. Οι Ιταλοί επιτίθενται κατά κύματα μέρα και νύχτα και πάντα αποτυγχάνουν στο στόχο τους. Η απαράμιλλη γενναιότητα και αυτοθυσία των αμυνόμενων Ελλήνων υπερασπιστών δεν επιτρέπει καμία παραχώρηση. Ο ξεσηκωμός είχε το κέφι της λεβεντιάς.

ΤΙΜΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΤΡΑΤΟ

Στο τριήμερο διάστημα από 9 έως 11 Μαρτίου 1941 πενήντα Τρικαλινοί θυσιάστηκαν ηρωικά υπερασπιζόμενοι το ύψωμα. Η τρίτη μέρα βρίσκει το 5ο Σύνταγμα το οποίο στην πλειοψηφία του απαρτιζόταν από Τρικαλινούς να έχει χάσει 586 άνδρες, περίπου τη μισή του δύναμη. Τρικαλινός ήταν ο πρώτος νεκρός στρατιώτης ονόματι Τσιαβαλιάρης Βασίλειος από την Πιαλεία καθώς επίσης Τρικαλινός ήταν και ο πρώτος νεκρός αξιωματικός επικεφαλής του Συντάγματος ονόματι Νικόλαος Γεωργούλας. Θλιβερό προνόμιο ο χαμός των Τρικαλινών αγωνιστών αλλά και μεγάλη τιμή για το αίμα που έδωσαν οι εκατόμβες των Τρικαλινών.
Η 25η Μαρτίου 1941 ημέρα εορτασμού της Εθνικής μας Παλιγγενεσίας, βρήκε τους Ιταλούς με 1.000 Ιταλούς να μην έχουν προχωρήσει καθόλου τους δε Έλληνες υπερασπιστές αμετακίνητους στις αρχικές τους θέσεις.

ΠΑΡΑΙΤΗΘΗΚΑΝ ΟΙ ΙΤΑΛΟΙ

Ο Μουσολίνι παρακολουθώντας τη μάχη η οποία ακύρωσε την τελευταία του προσπάθεια να κατακτήσει την Ελλάδα έφυγε ντροπιασμένος και ανάγκασε την κοσμοκράτειρα Γερμανία να πάει εναντίον ενός μικρού κράτους με αποτέλεσμα να χαθεί πολύτιμος χρόνος. Οι συγκλονιστικές στιγμές της προσπάθειας των Ελλήνων να αποκρούσουν την εαρινή επίθεση στο ύψωμα 731, έμειναν βαθιά χαραγμένες στη μνήμη όσων από τους ήρωες αυτούς επιβίωσαν, οι δε ιστορικοί που κατέγραψαν τα γεγονότα της περιόδου εκείνης συνέβαλαν ουσιαστικά στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης των Ελλήνων ώστε να μην ξεχνάμε το μέγεθος της θυσίας.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Οι υπερασπιστές του υψώματος 731 όπως και όλοι οι Έλληνες στο πόλεμο του ʽ40 έδειξαν απίστευτη ανδρεία και γενναιότητα και δεν είχαν άγνοια του κινδύνου πολέμησαν αποφασισμένοι να πεθάνουν. Πρέπει να μάθουν τα παιδιά μας να υπερηφανεύονται πάνω στο τι έκαναν οι πατέρες τους και να αντλούν δύναμη και αξιοσύνη.

http://nationalpride.wordpress.com



"

ΓΙΝΕΤΕ ΜΕΛΗ ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΗΜΗ ΣΕΛΙΔΑ ΤΩΝ ΤΣΕΚΟΥΡΑΤΩΝ ΣΤΟ FACEBOOK
ΓΙΝΕΤΕ ΜΕΛΗ ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΗΜΗ ΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΣΤΟ FACEBOOK
ΓΙΝΕΤΕ ΜΕΛΗ ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΗΜΗ ΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΣΤΟ FACEBOOK ΤΟ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ONLINE ΠΑΙΧΝΙΔΙ. ΕΛΑ ΣΤΗΝ ΟΜΑΔΑ ΜΑΣ
read more